Annus mirabilis, ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Αναδημοσίευση από την Ελευθεροτυπία άρθρου του Γιώργου Κατρούγκαλου*

Το 2014, εκλογική χρονιά για την Ελλάδα και την Ευρώπη, μπορεί να αποτελέσει έτος-σταθμό για την αναστροφή της πλημμυρίδας του κυρίαρχου τρεις δεκαετίες ήδη νεοφιλελευθερισμού. Όχι μόνο γιατί οι ευρωεκλογές θα στείλουν ένα μήνυμα ανάλογο αλλά πολύ πιο ηχηρό από αυτό των δημοψηφισμάτων για το Ευρωσύνταγμα, αλλά και γιατί η ανατροπή στην Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει καταλύτη για ευρύτερες εξελίξεις.

Με άλλα λόγια, η αναγκαία απαλλαγή του ελληνικού πολιτικού συστήματος από τον παλαιοκομματισμό όχι απλώς δεν αποτελεί απειλή για τη σχέση της χώρας μας με την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά ίσως τη μοναδική ελπίδα και εμείς να παραμείνουμε ευρωπαϊκή χώρα και η Ευρώπη να ξαναβρεί την ευρωπαϊκή της ταυτότητα.

Και αυτό γιατί η συνέχιση των σημερινών πολιτικών δεν οδηγεί μόνο σε μια γερμανική Ευρώπη, αλλά κυρίως σε μια πολωμένη ήπειρο, όπου ο Νότος θα γίνεται συνεχώς φτωχότερος και εξαρτημένος, στο ρόλο ενός ευρωπαϊκού Μεξικού. Η πόλωση αυτή αναγκαστικά οδηγεί σε ανεξέλεγκτες φυγόκεντρες τάσεις και στο βίαιο τέλος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Συνεπώς, όσοι υποστηρίζουν ότι οι πολιτικές λιτότητας αποτελούν μονόδρομο για την Ευρώπη, εκ του αποτελέσματος θα γίνουν πιο αποτελεσματικοί νεκροθάφτες της από τους ακροδεξιούς που την απορρίπτουν για λόγους εθνικιστικούς. Την ουσιαστική αυτή ταύτιση των φαινομενικά αντιθέτων έχει, ήδη από τη δεκαετία του 1990, επισημάνει ο Κονδύλης: «Ο πτωχοπροδρομικός ελληνοκεντρισμός και ο κοσμοπολίτικος πιθηκισμός αποτελούν μεγέθη συμμετρικά και συναφή, όσο κι αν φαινομενικά εκπροσωπούν δύο κόσμους εχθρικούς μεταξύ τους»1.

Μα είναι δυνατόν, θα πουν μερικοί, μια τέτοια μεγάλη αλλαγή να ξεκινήσει από τη μικρή Ελλάδα; Μα, ακριβώς οι μεγάλες ανατροπές ξεκινούν πάντα σχεδόν από την περιφέρεια και τους «αδύναμους κρίκους». Από τη δεκαετία του ’60 έγραφε η Χάνα Αρεντ: «Οπως είναι τα πράγματα σήμερα, με τις μεγάλες δυνάμεις ακινητοποιημένες κάτω από το βάρος του ίδιου του μεγέθους τους, ένα «νέο παράδειγμα» φαίνεται ότι μπορεί να έχει πιθανότητα μόνο σε μία μικρή χώρα».2 Η Ελλάδα είναι, αυτή τη στιγμή, ο αδύναμος κρίκος της νεοφιλελεύθερης Ευρώπης. Αυτά που απαιτούνται για την καπιταλιστική αναδιάρθρωση και τη μετάβαση στη νέου τύπου κοινωνία του ενός τρίτου αποδείχθηκε ότι ήταν τόσο αιματηρά και αβάστακτα για το μεγαλύτερο τμήμα του ελληνικού λαού, ώστε να είναι αδύνατον να εφαρμοστούν στην πράξη. Για αυτό και απέτυχε το κοινωνικό πείραμα των Μνημονίων.

Βέβαια, η απεμπλοκή από τα δεσμά του Μνημονίου αποτελεί αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη για την ανασυγκρότηση της χώρας. Δεν θα μας ωφελήσει να μην πληρώνουμε τα δανεικά, εάν παράγουμε λιγότερα από όσα καταναλώνουμε. Και για να παράγουμε, χρειάζεται να μεταρρυθμίσουμε όχι μόνον την οικονομία, αλλά και τις διοικητικές δομές. Με άλλα λόγια, η απόκρουση της κοινωνικής εξαθλίωσης δεν μπορεί παρά να γίνει με όρους δημοκρατικής αναγέννησης.

Αυτονόητο είναι ότι η πρώτη ενέργεια της προοδευτικής κυβέρνησης θα είναι η κατάργηση της αντιμεταρρύθμισης του Εργατικού Δικαίου και η επαναβεβαίωση της συλλογικής αυτονομίας και των εργασιακών δικαιωμάτων. Αυτό όμως απλώς επιστρέφει το κοντέρ στην προμνημονιακή εποχή. Οι καιροί απαιτούν πολύ περισσότερα στο επίπεδο του πολιτικού εποικοδομήματος. Ο μετασχηματισμός του δεν μπορεί να γίνει από τα πάνω μόνο, ως προϊόν κοινωνικής μηχανικής φωτισμένων ελίτ, έστω αριστερόστροφης έμπνευσης. Χρειάζεται άμεση λαϊκή συμμετοχή. Θα πρέπει από την πρώτη μέρα να προωθηθούν μορφές άμεσης δημοκρατίας, όπως τα τοπικά δημοψηφίσματα και προοπτικά, στο πλαίσιο ενός νέου Συντάγματος, θεσμοί ανακλητότητας και λογοδοσίας όλων των εκλεγμένων οργάνων του κράτους. Θα πρέπει παράλληλα να κατασκευαστούν από το μηδέν θεσμοί, όπως η δίκαιη και γενικευμένη αξιολόγηση των δημόσιων υπηρεσιών, όχι ως πρόσχημα για απολύσεις, αλλά ως μέσο για να ελέγχει η κοινωνία τον κρατικό μηχανισμό και ως συμμετοχή των δημοσίων υπαλλήλων στην άσκηση της διοίκησης.

Είναι εφικτά όλα αυτά; Και όμως, είναι τα μόνα ρεαλιστικά. Όπως έγραφε ο Βέμπερ: «Είναι απόλυτα σωστό -και όλη η ιστορική εμπειρία το επιβεβαιώνει- ότι ο άνθρωπος δεν θα πετύχαινε ποτέ το εφικτό, εάν δεν πάσχιζε επανειλημμένα να πραγματοποιήσει το ανέφικτο».3

1. Π. Κονδύλης, «Προϋποθέσεις, παράμετροι και ψευδαισθήσεις της ελληνικής εθνικής πολιτικής, επίμετρο στο Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο», Αθήνα, 1992.

2. Η. Arendt, «On Violence», Harvest Book, 1970, σελίδα 86.

3. Μ. Weber, «Politik als Beruf», 1919, ακροτελεύτια παράγραφος

*Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου ΔΠΘ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Στέλιος Ελληνιάδης

ΑΠΟΨΕΙΣ & ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο

του Βένιου τα καμώματα

Καιρός ήταν να μπούμε στην ψηφιακή εποχή. Μιας που έτσι κι αλλιώς γράφω, όσοι ενδιαφέρονται μπορούν να διαβάσουν εδώ είτε δικά μου κείμενα είτε κείμενα που τράβηξαν την προσοχή μου. Καλως ήρθατε!

ΣΥΡΙΖΑ/EKM Χολαργού - Παπάγου

Μονόδρομοι υπάρχουν μόνο όταν ο καθένας πορεύεται μόνος του

AΡΧΕΙΟ ΕΝΘΕΜΑΤΩΝ 2010- 8.5.2016

Επιμέλεια: Στρατής Μπουρνάζος - Συντακτική ομάδα: Μάνος Αυγερίδης, Μαρία Καλαντζοπούλου, Ιωάννα Μεϊτάνη, Στρατής Μπουρνάζος

The WordPress.com Blog

The latest news on WordPress.com and the WordPress community.

Αρέσει σε %d bloggers: