ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΙΣ ΤΟΝ ΜΑΡΞ, ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΜΑΡΞΙΣΤΗΣ

Αναδημοσίευση από την ΕΠΟΧΗ της εισαγωγής του τελευταίου βιβλίου του Σέρτ­ζιο Μπο­λό­νια*

Ο Σέρτ­ζιο Μπο­λό­νια έ­χει τι­μή­σει με τη συμ­με­το­χή του το Φε­στι­βάλ Νέων του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ. Το ι­διαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον συγ­γρα­φι­κό έρ­γο του δεν εί­ναι ε­κτε­τα­μέ­να γνω­στό στην Ελλά­δα, αν και α­να­φέ­ρε­ται στις ε­ντε­λώς ε­πί­και­ρες δια­δι­κα­σίες πα­γκο­σμιο­ποίη­σης.  Η ει­σα­γω­γή α­πό το τε­λευ­ταίο του βι­βλίο Banche e crisi (Τρά­πε­ζες και κρί­ση) που κυ­κλο­φο­ρεί ή­δη στην Ιτα­λία, μας δί­νει την ευ­και­ρία να έρ­θου­με σε μια πρώ­τη ε­πα­φή με το έρ­γο του και με τον τρό­πο σκέ­ψης και α­νά­λυ­σης που ε­πι­λέ­γει. Αυ­τός ο τρό­πος, ό­πως ε­ξη­γεί, α­κο­λου­θεί τα βή­μα­τα του ί­διου του Μαρξ και προ­σφέ­ρει ταυ­τό­χρο­να και μια α­ξιό­πι­στη και «μαρ­ξι­στι­κή» θα λέ­γα­με μέ­θο­δο χρή­σης της α­να­λυ­τι­κής στρα­τη­γι­κής που μας κλη­ρο­δό­τη­σε ο Μαρξ. Στον τό­μο με τον τίτ­λο «Τρά­πε­ζες και κρί­ση» πε­ριέ­χο­νται κά­ποια πα­λαιό­τε­ρα κεί­με­νά του Μπο­λό­νια που α­να­φέ­ρο­νται στην πε­τρε­λαϊκή κρί­ση του 1973, κα­θώς και στη μαρ­ξι­στι­κή ο­πτι­κή των θεω­ριών για τις κρί­σεις του κα­πι­τα­λι­στι­κού συ­στή­μα­τος και για το χρή­μα. Επί­σης πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται έ­να κεί­με­νο για την κρί­ση του κλά­δου της ναυ­σι­πλοΐας, που α­πο­τε­λεί έ­να α­πό τα κύ­ρια ο­χή­μα­τα της πα­γκο­σμιο­ποίη­σης.

Oταν ο Μαρξ άρ­χι­σε τη συ­νερ­γα­σία του με τη “New York Daily Tribune”, εί­χε κα­τα­πια­στεί με την πρώ­τη γρα­φή ε­κεί­νου του πυ­ρή­να ι­δεών που θα α­να­πτύ­ξει στα τρία βι­βλία του «Κε­φα­λαίου». Εί­ναι έ­να πυ­ρα­κτω­μέ­νο μάγ­μα, που α­πο­κτά μορ­φή σι­γά-σι­γά, τρο­φο­δο­τη­μέ­νο α­πό γνώ­σεις και α­πό σκέ­ψεις που έ­χουν κα­τα­στα­λά­ξει στα προ­η­γού­με­να χρό­νια, α­πό την κα­θη­με­ρι­νή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα της κα­πι­τα­λι­στι­κής και­νο­το­μίας. Δεν ξέ­ρου­με πώς να ο­ρί­σου­με αυ­τή τη σύ­μπτω­ση. Εί­ναι τυ­χαίο ή στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δεν πρό­κει­ται για σύ­μπτω­ση αλ­λά για γέ­νε­ση; Ο Μαρξ κα­τα­σκεύα­σε δι­κά του σχή­μα­τα α­νά­γνω­σης, αλ­λά η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ξε­περ­νού­σε τη φα­ντα­σία του και τον βο­η­θού­σε να τε­λειο­ποιή­σει τα σχή­μα­τά του, να τα κα­τα­στή­σει πιο ε­κλε­πτυ­σμέ­να, πιο ται­ρια­στά. Μου φά­νη­κε χρή­σι­μο, ό­ταν έ­γρα­ψα αυ­τό το δο­κί­μιο που ε­πα­νε­ξέ­δω­σα ε­δώ, να κα­τα­νοή­σω κα­λύ­τε­ρα τι συ­νέ­βαι­νε κεί­νη τη στιγ­μή στον κό­σμο, στα μέ­σα του 19ου αιώ­να, α­ντί να σκά­ψω μέ­σα στα βά­θη της ε­ξέ­λι­ξης της σκέ­ψης του Μαρξ. Εί­χε αρ­χί­σει η δεύ­τε­ρη βιο­μη­χα­νι­κή ε­πα­νά­στα­ση, δεν ή­ταν έ­να α­σή­μα­ντο γε­γο­νός, γι­νό­ταν το α­πο­φα­σι­στι­κό βή­μα προς τη δη­μιουρ­γία της πα­γκό­σμιας α­γο­ράς. Η δρά­ση λάμ­βα­νε χώ­ρα σε δύο ε­πί­πε­δα: στο άυ­λο ε­πί­πε­δο, με το νό­μι­σμα, με την οι­κο­νο­μία, και στο φυ­σι­κό ε­πί­πε­δο, με τις υ­πο­δο­μές, με τα μέ­σα με­τα­φο­ράς.

Η ε­πα­λή­θευ­ση του μαρ­ξι­κού ερ­μη­νευ­τι­κού σχή­μα­τος

Η μορ­φή «α­νώ­νυ­μη ε­ται­ρία», οι ε­πι­χει­ρη­μα­τι­κές τρά­πε­ζες, γεν­νιού­νται για να υ­λο­ποιή­σουν αυ­τές τις φυ­σι­κές υ­πο­δο­μές, τη Διώ­ρυ­γα του Σουέ­ζ, τα σι­δη­ρο­δρο­μι­κά δί­κτυα, τα λι­μά­νια. Ένας α­πό τους κυ­ριό­τε­ρους οι­κο­νο­μι­κούς ε­ταί­ρους των α­δελ­φών Πε­ρέι­ρε, με­γά­λων πρω­τα­γω­νι­στών των άρ­θρων του Μαρξ για την ”Tribune”, εί­ναι ο Ντε Φε­ρά­ρι, στον ο­ποίο ο­φεί­λε­ται η κλη­ρο­δο­σία που ε­πέ­τρε­ψε την κα­τα­σκευή του σύγ­χρο­νου λι­μα­νιού της Γέ­νο­βας. Ένας α­πό τους κυ­ριό­τε­ρους οι­κο­νο­μι­κούς ε­ταί­ρους του Λε­σέ­ψ, που δεν διο­ρί­στη­κε τυ­χαία α­πό ε­κεί­νον α­ντι­πρό­ε­δρος της Εται­ρίας της Διώ­ρυ­γας του Σουέ­ζ, εί­ναι ο βα­ρό­νος Ρε­βολ­τέ­λα, στον ο­ποίο ο­φεί­λε­ται η πρώ­τη ορ­γα­νω­τι­κή μορ­φο­ποίη­ση του λι­μα­νιού της Τερ­γέ­στης. Χά­ρη σ’ αυ­τόν το πρώ­το πλοίο που δια­σχί­ζει τη διώ­ρυ­γα εί­ναι έ­να πλοίο που ξε­κι­νά­ει α­πό το λι­μά­νι της Τερ­γέ­στης το ο­ποίο έ­χει βα­πτι­στεί «Πρώ­το».

Στην α­να­σύν­θε­ση της οι­κο­νο­μι­κής ι­στο­ρίας ε­κεί­νων των χρό­νων κα­θο­δη­γή­θη­κα α­πό έ­ναν γί­γα­ντα της ι­στο­ριο­γρα­φίας, τον Ντέι­βι­ντ Λά­ντες, συγ­γρα­φέα ε­νός α­πό τα ω­ραιό­τε­ρα βι­βλία ι­στο­ρίας που γρά­φτη­καν πο­τέ, ε­κεί­νο το Bankers and Pashas, που α­να­κτά σή­με­ρα με­γά­λη ε­πι­και­ρό­τη­τα με τον χρη­μα­τοοι­κο­νο­μι­κό πρω­τα­γω­νι­στι­κό ρό­λο των ε­μί­ρη­δων του Περ­σι­κού Κόλ­που. Όμως δεν μου αρ­κού­σε να γνω­ρί­ζω κα­λύ­τε­ρα την ι­στο­ρία που ο Μαρξ εί­χε μπρο­στά στα μά­τια του και ε­πο­μέ­νως, εκ των υ­στέ­ρων, να α­να­κα­λύ­ψω άλ­λες πλευ­ρές που για ε­κεί­νον εί­χαν μεί­νει σκο­τει­νές και ά­γνω­στες. Ένιω­θα την α­νά­γκη να κα­τα­λά­βω κα­λύ­τε­ρα αυ­τό που βρι­σκό­ταν μπρο­στά στα δι­κά μου μά­τια. Ήταν α­δια­νό­η­το, και ε­ξα­κο­λου­θεί να εί­ναι για μέ­να α­κό­μη και σή­με­ρα, το να πά­ρω στα χέ­ρια μου έ­να κεί­με­νο του Μαρ­ξ, χω­ρίς να με ελ­κύ­σει α­μέ­σως η πε­ριέρ­γεια να κα­τα­λά­βω τι συμ­βαί­νει σή­με­ρα γύ­ρω μας, έ­τσι ώ­στε να ε­πα­λη­θεύ­σω μέ­χρι ποιο ση­μείο λει­τουρ­γεί το ερ­μη­νευ­τι­κό σχή­μα που ο Μαρξ μας προ­σφέ­ρει. Για­τί λει­τουρ­γεί πά­ντα, λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο.

Η πα­γκο­σμιο­ποίη­ση της ε­πα­να­στα­τι­κής σκέ­ψης

Το άρ­θρο για το πε­τρέ­λαιο και την πα­γκό­σμια α­γο­ρά για τα “Quaderni Piacentini” εί­ναι α­να­πό­σπα­στο τμή­μα της α­νά­γνω­σης του Μαρξ. Εί­χαν προ­η­γη­θεί άλ­λα δύο άρ­θρα, πά­ντα στα “Quaderni Piacentini”, που α­φο­ρού­σαν το Χη­μι­κό Σχέ­διο, έ­να ε­πει­σό­διο κα­θό­λου δευ­τε­ρεύον στην ι­τα­λι­κή βιο­μη­χα­νι­κή πο­λι­τι­κή, τό­τε που α­κό­μη υ­πήρ­χε βιο­μη­χα­νι­κή πο­λι­τι­κή. Μου φαι­νό­ταν έ­να ται­ρια­στό πα­ρά­δειγ­μα ε­φαρ­μο­γής ε­κεί­νης της έν­νοιας της «ε­πα­νά­στα­σης α­πό τα πά­νω», που ο Μαρξ εί­χε προ­σπα­θή­σει να ο­ρί­σει στα γρα­πτά ε­κεί­νων των χρό­νων, στα Grundrisse και στα άρ­θρα για την “Tribune”. Συ­μπτω­μα­τι­κά, το ’73 ξέ­σπα­σε η πε­τρε­λαϊκή κρί­ση και τό­τε φά­νη­κε μπρο­στά στα μά­τια μου ό­λη η ση­μα­σία ε­κεί­νων των άρ­θρων. Κά­θε άλ­λο πα­ρά μι­κρο­δου­λειές για να βγά­λει κα­νείς λί­γα λε­φτά! Εί­ναι ο­δη­γοί α­νά­γνω­σης της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, που σου ε­πι­τρέ­πουν να την κα­τα­νοή­σεις, να κα­τα­λά­βεις τι υ­πάρ­χει α­πό κά­τω, λί­γο πο­λύ ό­πως και «Οι τα­ξι­κοί α­γώ­νες στη Γαλ­λία». Εί­ναι ερ­γα­λεία με τέ­τοια ερ­μη­νευ­τι­κή δύ­να­μη, ώ­στε να ι­σχύουν μια χα­ρά α­κό­μη και σή­με­ρα, και αυ­τό ε­πι­κυ­ρώ­θη­κε α­πό την ι­στο­ρι­κή έ­ρευ­να που α­κο­λού­θη­σε.

Η γο­η­τεία ε­κεί­νων των άρ­θρων βρί­σκε­ται στο α­πλό γε­γο­νός ό­τι γρά­φτη­καν α­πό έ­ναν γερ­μα­νό, που τό­τε δεν ή­ταν ι­διαί­τε­ρα γνω­στός, αλ­λά α­ντί­θε­τα ή­ταν α­να­γκα­σμέ­νος να ζει ε­ξό­ρι­στος, για μια α­με­ρι­κα­νι­κή ε­φη­με­ρί­δα, λες και η ε­πα­να­στα­τι­κή σκέ­ψη ή­ταν ή­δη σε θέ­ση να έ­χει μια ε­ξά­πλω­ση α­νά­λο­γη με την πα­γκό­σμια α­γο­ρά και οι συν­δέ­σεις με­τα­ξύ των ο­μά­δων και των κι­νη­μά­των εί­χαν ή­δη έ­να διη­πει­ρω­τι­κό πε­δίο δρά­σης. Οι βιο­γρα­φίες ε­κεί­νων που υ­πήρ­ξαν οι πρώ­τοι «ε­παγ­γελ­μα­τίες ε­πα­να­στά­τες», προ­λε­τά­ριοι ό­πως ο Βάιτ­λιν­γκ, που το ε­πάγ­γελ­μά του ή­ταν ρά­φτης, ή άλ­λων σαν κι αυ­τόν, μας μι­λά­νε για αν­θρώ­πους που κι­νού­νταν, α­πό α­γά­πη ή α­πό α­νά­γκη, α­πό τη μια χώ­ρα στην άλ­λη. Κι αυ­τόν τον διε­θνή ο­ρί­ζο­ντα πρέ­πει να τον έ­χου­με πά­ντα στο νου μας ό­ταν δια­βά­ζου­με τον Μαρξ.

Δεν ξέ­ρω τι α­ξία έ­χουν σή­με­ρα αυ­τά τα γρα­πτά μου του ‘73/’74, ί­σως να πρέ­πει να πε­τα­χτούν στο κα­λά­θι των α­χρή­στων. Αυ­τό ό­μως που α­ναμ­φί­βο­λα ι­σχύει α­κό­μη, εί­ναι η μέ­θο­δος που α­κο­λού­θη­σα προ­σεγ­γί­ζο­ντας αυ­τά τα θέ­μα­τα: για να δια­βά­σεις τον Μαρξ πρέ­πει να έ­χεις με­γά­λη πο­λι­τι­κή συμ­με­το­χή στους α­γώ­νες του πα­ρό­ντος, ο Μαρξ δεν εί­ναι για στο­χα­στι­κούς, μυ­στι­κο­πα­θείς ή άλ­λες πα­ρό­μοιες κα­τη­γο­ρίες. Ή για η­λι­θίους (έ­να κα­θό­λου α­σή­μα­ντο πο­σο­στό «μαρ­ξι­στών» α­νή­κει δυ­στυ­χώς σ’ αυ­τήν την κα­τη­γο­ρία). Για να δια­βά­σεις τον Μαρ­ξ, δεν χρειά­ζε­ται να εί­σαι μαρ­ξι­στής, ή μάλ­λον κα­λύ­τε­ρα να μην εί­σαι, χρειά­ζε­ται να έ­χεις ε­λευ­θε­ρία σκέ­ψης, πολ­λή ε­λευ­θε­ρία σκέ­ψης. Να μην έ­χεις προ­κα­τα­λή­ψεις, να μην έ­χεις προ­δια­γε­γραμ­μέ­να σχή­μα­τα σκέ­ψης, να μην έ­χεις ι­δε­ο­λο­γίες. Εκεί­νος σου ε­ξη­γεί την αό­ρα­τη «ratio» που βρί­σκε­ται πί­σω α­πό τα πράγ­μα­τα, δεν έ­χει την α­παί­τη­ση να σου ε­ξη­γή­σει τα ί­δια τα πράγ­μα­τα. Σε παίρ­νει α­πλά α­πό το χέ­ρι και σου λέει: «Έλα δω. Κά­θι­σε ε­δώ και σή­κω­σε το βλέμ­μα σου, κοί­τα­ξε απ’ αυ­τή την ο­πτι­κή γω­νία». Σε βά­ζει α­πλά στο σω­στό ση­μείο πα­ρα­τή­ρη­σης και σου λέει: « Από δω βλέ­πω αυ­τό. Εσύ;» Δεν δί­νει ο­δη­γίες, εκ­μαιεύει.

Από τον Μάη του ’68 στη χρη­μα­τι­στι­κή κυ­ριαρ­χία

Εγώ προ­ερ­χό­μουν α­πό τη δε­κα­ε­τία του 60, α­πό το γαλ­λι­κό Μάη, α­πό τους α­γώ­νες των τε­χνι­κών, α­πό τις ά­γριες α­περ­γίες της Fiat και δεν εί­χα πρό­θε­ση να α­πο­στρα­τευ­τώ, ή­θε­λα να δη­μιουρ­γή­σω έ­να ερ­γα­λείο έ­ρευ­νας που να πε­ριέ­χει, ως πρό­γραμ­μα, τις α­ξίες που εκ­φρά­στη­καν α­πό ε­κεί­να τα μα­ζι­κά κι­νή­μα­τα. Δεν ή­θε­λα να εί­μαι έ­νας «ορ­γα­νι­κός» δια­νοού­με­νος, αλ­λά ή­θε­λα να α­πο­δεί­ξω ό­τι ξέ­ρω να χρη­σι­μο­ποιώ τα ερ­γα­λεία της δου­λειάς των δια­νοου­μέ­νων, ι­διαί­τε­ρα τα ερ­γα­λεία ε­νός α­πό τα ω­ραιό­τε­ρα και γο­η­τευ­τι­κό­τε­ρα γνω­στι­κά ε­παγ­γέλ­μα­τα, το ε­πάγ­γελ­μα του ι­στο­ρι­κού, για να μπο­ρώ να τα χρη­σι­μο­ποιή­σω με δια­φο­ρε­τι­κό τρό­πο. «Στρα­τευ­μέ­νο» τον λέ­γα­με τό­τε, προ­κα­λώ­ντας το χα­μό­γε­λο οί­κτου των δια­πι­στευ­μέ­νων ι­στο­ρι­κών και α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο των ε­πί­δο­ξων ι­στο­ρι­κών. Έτσι γεν­νή­θη­κε το πε­ριο­δι­κό “Primo Maggio”, και το δο­κί­μιο για τον Μαρξ εμ­φα­νί­στη­κε, σε πε­ρι­λη­πτι­κή μορ­φή, στο πρώ­το τεύ­χος, και ξε­κί­νη­σε έ­να ρεύ­μα έ­ρευ­νας, που θα προ­χω­ρού­σε του νο­μί­σμα­τος. Ήμα­σταν τριά­ντα χρό­νων, πού να ξέ­ρα­με ό­τι με­τά α­πό 35 με 40 χρό­νια η χρη­μα­τι­στι­κο­ποίη­ση θα έ­φθα­νε στο ση­με­ρι­νό τε­ρα­τώ­δες ση­μείο! Για άλ­λη μια φο­ρά η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ξε­πέ­ρα­σε τη φα­ντα­σία. Εμείς να ε­πα­νερ­μη­νεύου­με με ε­πι­φυ­λα­κτι­κό­τη­τα το Bretton Woods κι αυ­τοί να προ­ε­τοι­μά­ζουν μια φού­σκα έ­ντε­κα φο­ρές με­γα­λύ­τε­ρη α­πό το πα­γκό­σμιο Α­Ε­Π; Στα­θή­κα­με α­φε­λείς; Ναι, αλ­λά ας ση­κώ­σει το χέ­ρι ό­ποιος εί­ναι τό­σο «μπα­σμέ­νος», ώ­στε να κα­τα­λα­βαί­νει τα πά­ντα προ­κα­τα­βο­λι­κά.

Να πού­με λοι­πόν ό­τι αυ­τή η ε­πα­νέκ­δο­ση πα­λιών κει­μέ­νων χρη­σι­μεύει μό­νο για να μας κά­νει να κα­τα­λά­βου­με πό­σο α­φε­λείς ή­μα­σταν τό­τε; Γι’ αυ­τό το κα­πρί­τσιο ά­ξι­ζε τον κό­πο να σπα­τα­λη­θούν λε­φτά για την ε­κτύ­πω­ση; Ε ναι, για­τί δεν εί­μαι κα­θό­λου πε­πει­σμέ­νος ό­τι ή­μα­σταν τό­σο α­φε­λείς και α­δα­είς και για να το α­πο­δεί­ξω θέ­λη­σα να ε­ντά­ξω δύο κεί­με­να που γρά­φτη­καν σή­με­ρα. Μι­λά­νε για το πα­ρόν, για πράγ­μα­τα που ό­λοι έ­χουν μπρο­στά στα μά­τια τους και ό­λοι μπο­ρούν να κρί­νουν αν ο τρό­πος με τον ο­ποίο τα ερ­μη­νεύω εί­ναι τό­σο ε­πι­πό­λαιος και α­φε­λής ή «ι­δε­ο­λο­γι­κός». Δεν έ­χω υιο­θε­τή­σει έ­να δια­φο­ρε­τι­κό σχή­μα α­νά­γνω­σης απ’ αυ­τό που μου χρη­σί­με­ψε για το πε­τρε­λαϊκό σο­κ, δεν το­πο­θε­τή­θη­κα α­πό μια δια­φο­ρε­τι­κή ο­πτι­κή γω­νία. Βέ­βαια, δεν έ­χω πί­σω μου χρό­νια α­γώ­νων αλ­λά έ­ξι πε­ντα­ε­τίες δου­λειάς στον συ­γκε­κρι­μέ­νο το­μέα και του­λά­χι­στον μπο­ρώ να πω ό­τι μι­λάω με μια προ­σω­πι­κή ε­μπει­ρία στην κα­μπού­ρα μου, ε­νώ για το πε­τρέ­λαιο ή­ξε­ρα ε­λά­χι­στα ή αυ­τά τα λί­γα που τύ­χαι­νε να α­κού­σω στην Επι­τρο­πή α­γώ­να της ENI (Εθνι­κός Φο­ρέ­ας Υδρο­γο­ναν­θρά­κων) ή της Κο­λε­κτί­βας της Snam Progetti. Επέ­λε­ξα να συ­μπε­ρι­λά­βω αυ­τά τα δύο δο­κί­μια, που γρά­φτη­καν τό­τε, για το shipping και για τα λι­μά­νια, ε­πει­δή μι­λά­νε κι αυ­τά για την πα­γκό­σμια α­γο­ρά (που σή­με­ρα ο­νο­μά­ζε­ται ‘πα­γκο­σμιο­ποίη­ση’), για μέ­σα με­τα­φο­ράς, για υ­πο­δο­μές και για τρά­πε­ζες, και που μι­λά­νε για το τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο ε­κεί­νης της ι­στο­ρίας που άρ­χι­σε με τους α­δελ­φούς Πε­ρέι­ρε και α­να­λύ­θη­κε με τό­ση σα­φή­νεια α­πό τον Μαρξ. Τό­τε έ­πρε­πε να κο­πεί ο ι­σθμός του Σουέ­ζ, σή­με­ρα διευ­ρύ­νε­ται η διώ­ρυ­γα του Πα­να­μά, τό­τε το έρ­γο τού της σά­ρω­σης κε­φα­λαίων α­πό τις αυ­λές και τις κα­γκε­λα­ρίες της Ευ­ρώ­πης διεκ­πε­ραιω­νό­ταν α­πό τρα­πε­ζί­τες ε­πεν­δύ­σεων χω­ρίς εν­δοια­σμούς, σή­με­ρα το έρ­γο της συ­γκέ­ντρω­σης χρη­μά­των α­πό τους μι­κρούς α­πο­τα­μιευ­τές και το γδάρ­σι­μό τους με λαν­θα­σμέ­νες ε­πεν­δύ­σεις έ­χει δια­νε­μη­θεί σε μια μυ­ριά­δα χρη­μα­τι­στι­κές ε­ται­ρίες προ­στα­τευ­μέ­νες α­πό το κρά­τος. Γι’ αυ­τά τα θέ­μα­τα ζή­τη­σα α­πό τον Τζιάν Έντσο Ντού­τσι, νέο πρό­ε­δρο των ναυ­λο­με­σι­τών της Γέ­νο­βας και κα­θη­γη­τή στο Πα­νε­πι­στή­μιο της Γέ­νο­βας, να γρά­ψει κά­τι α­κό­μη και ως α­ντί­λο­γο με τις α­πό­ψεις μου. Τον ευ­χα­ρι­στώ που δέ­χτη­κε.

Η ση­μα­σία των διε­θνών με­τα­φο­ρώ­ν

Θα μπο­ρού­σε κά­ποιος να ι­σχυ­ρι­στεί ό­τι πί­σω α­πό τα γρα­πτά μου ε­κεί­νης της ε­πο­χής υ­πήρ­χε η ερ­γα­τι­κή ε­πί­θε­ση, κι ό­τι αυ­τή ή­ταν που μου έ­δι­νε α­ξιο­πι­στία. Μπο­ρεί να μου πει κά­ποιος: «Η α­ξία των α­να­λύ­σεών σου δεν ο­φει­λό­ταν στη μαρ­ξι­στι­κή μέ­θο­δο και έ­μπνευ­ση, αλ­λά σε μια συ­γκυ­ρία ι­διαί­τε­ρης αμ­φι­σβή­τη­σης του κα­πι­τα­λι­στι­κού συ­στή­μα­τος. Σή­με­ρα ποιος το αμ­φι­σβη­τεί; Σή­με­ρα πού εί­ναι οι ερ­γα­τι­κοί α­γώ­νες; Εσύ ο ί­διος με τα γρα­πτά σου για τον με­τα-φορ­ντι­σμό μας ζά­λι­σες το κε­φά­λι με την πα­ρακ­μή της ερ­γα­τι­κής τά­ξης!»

Μια στιγ­μή. Μπο­ρεί να τε­λείω­σε η ερ­γα­τι­κή τά­ξη ως ση­μα­ντι­κό πο­λι­τι­κό υ­πο­κεί­με­νο, μα ό­χι η ερ­γα­τι­κή δύ­να­μη α­πό την ο­ποία α­πο­σπά­ται κά­τι που εί­χα­με ο­νο­μά­σει υ­πε­ρα­ξία. Και ποιος σας λέει ό­τι η ερ­γα­τι­κή πά­λη στις πα­ρα­δο­σια­κές της μορ­φές ε­ξα­φα­νί­στη­κε; Η α­περ­γία των λι­με­νερ­γα­τών του Λος Άντζε­λες τον Δε­κέμ­βριο 2012, για την ο­ποία μι­λάω στο δεύ­τε­ρο α­πό τα γρα­πτά μου, θα έ­πρε­πε να μας κά­νει να σκε­φτού­με, κυ­ρίως λό­γω κά­ποιων δια­δι­κα­σιών ό­χι ε­ντε­λώς «α­μυ­ντι­κών». Από την Κα­λι­φόρ­νια η α­να­τα­ρα­χή στα α­με­ρι­κά­νι­κα λι­μά­νια ε­ξα­πλώ­θη­κε στην α­να­το­λι­κή α­κτή και συ­νε­χί­στη­κε για μή­νες. Στις 28 Μαρ­τίου της φε­τι­νής χρο­νιάς κή­ρυ­ξαν α­περ­γία οι λι­με­νερ­γά­τες του Χον­γκ Κον­γκ και ά­ντε­ξαν έ­να μή­να, κα­τα­σκη­νώ­νο­ντας μπρο­στά α­πό τα τέρ­μι­να­λ, έ­τσι, χω­ρίς μια συν­δι­κα­λι­στι­κή η­γε­σία, χω­ρίς μια ε­πι­τρο­πή α­γώ­να που να έ­χει συ­στα­θεί τυ­πι­κά. Και αν κά­ποιος έ­χει την υ­πο­μο­νή να πα­ρα­κο­λου­θή­σει τα πε­ριο­δι­κά του κλά­δου των με­τα­φο­ρών, που ε­νη­με­ρώ­νουν ε­βδο­μα­διαία ή κα­θη­με­ρι­νά για ό­σα συμ­βαί­νουν στον κό­σμο, θα α­ντι­λη­φθεί ό­τι η συ­γκρου­σια­κή κα­τά­στα­ση στα λι­μά­νια, στα α­ε­ρο­δρό­μια, στους αυ­το­κι­νη­το­δρό­μους, στα φε­ρι­μπό­τ, στα κέ­ντρα δια­χεί­ρι­σης ε­μπο­ρευ­μα­τι­κών με­τα­φο­ρών, εί­ναι πο­λύ υ­ψη­λή, χω­ρίς σύ­γκρι­ση με τους άλ­λους βιο­μη­χα­νι­κούς ή ε­μπο­ρι­κούς κλά­δους.

Σ’ αυ­τό το ρεύ­μα ε­ντάσ­σο­νται και οι δύο πο­λύ ε­πι­τυ­χη­μέ­νες γε­νι­κές α­περ­γίες, που κή­ρυ­ξαν οι Cobas στις α­πο­θή­κες και στα κέ­ντρα δια­χεί­ρι­σης ε­μπο­ρευ­μα­τι­κών με­τα­φο­ρών στην Ιτα­λία κα­τά τους πρώ­τους μή­νες του 2013. Δεν πρό­κει­ται μό­νο για «ση­μά­δια», αλ­λά για μια δο­μι­κή κα­τά­στα­ση χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή ε­νός κλά­δου, ό­που η α­περ­γία, α­κό­μη, για λό­γους τε­χνι­κούς-ορ­γα­νω­τι­κούς μπο­ρεί να «πο­νέ­σει» και ό­που η ερ­γα­τι­κή δύ­να­μη έ­χει α­κό­μη μια σχε­δόν α­νέγ­γι­χτη α­πα­γο­ρευ­τι­κή ε­ξου­σία. Δεν εί­ναι ε­πι­στη­μο­νι­κή φα­ντα­σία το να πει κα­νείς ό­τι μια κα­λά σχε­δια­σμέ­νη α­περ­γία στις με­τα­φο­ρές και στη δια­χεί­ρι­ση ε­μπο­ρευ­μά­των, α­κό­μη και με λί­γες δυ­νά­μεις, μπο­ρεί να γο­να­τί­σει μια χώ­ρα μέ­σα σε δύο μέ­ρες.

Τις με­τα­φο­ρές και τα κέ­ντρα δια­χεί­ρι­σης ε­μπο­ρευ­μά­των δεν τα α­να­κά­λυ­ψα τώ­ρα ή τό­τε που άρ­χι­σα να κά­νω τον σύμ­βου­λο, με­τά α­πό την α­πο­βο­λή μου α­πό το Πα­νε­πι­στή­μιο. Ήταν ή­δη έ­να θέ­μα στην η­με­ρή­σια διά­τα­ξη του πε­ριο­δι­κού «Primo Maggio», που το 1978 δη­μο­σίευ­σε έ­να άρ­θρο για την ι­στο­ρία των κο­ντέι­νερ και την ί­δια χρο­νιά έ­ναν ο­λό­κλη­ρο φά­κε­λο για τους α­γώ­νες στον κλά­δο των με­τα­φο­ρών ε­μπο­ρευ­μά­των. Ένας δεύ­τε­ρος φά­κε­λος του πε­ριο­δι­κού ή­ταν α­φιε­ρω­μέ­νο στο νό­μι­σμα. Τα χρη­μα­το­πι­στω­τι­κά ζη­τή­μα­τα και οι με­τα­φο­ρές, οι δύο κα­τευ­θύν­σεις του λό­γου του Μαρξ στα άρ­θρα για την ‘Tribune’, μας υ­πα­γό­ρευ­σαν την ατ­ζέ­ντα.

Δεν υ­πάρ­χουν πολ­λά να πού­με. Ελπί­ζω μ’ αυ­τές τις γραμ­μές να α­πέ­δει­ξα ό­τι τα δο­κί­μια που δη­μο­σιεύο­νται ε­δώ, πα­ρό­λο που οι τίτ­λοι τους θα μπο­ρού­σαν να μας κά­νουν να σκε­φτού­με το α­ντί­θε­το, δεν εί­ναι α­σύν­δε­τα με­τα­ξύ τους, αλ­λά, α­ντί­θε­τα, κα­τά κά­ποιον τρό­πο εί­ναι αλ­λη­λο­ε­ξαρ­τη­μέ­να. Πράγ­μα που δεν τα κά­νει κα­λύ­τε­ρα αλ­λά του­λά­χι­στον κά­νει τον α­να­γνώ­στη να κα­τα­λά­βει πο­λύ κα­λά με ποια­νού το μέ­ρος εί­ναι ο συγ­γρα­φέ­ας. «Με το μέ­ρος του ά­δι­κου», θα έ­λε­γε ο Πιερτ­ζόρτ­ζιο Μπε­λό­κιο, που μα­ζί με τη Γκρά­τσια Τσέρ­κι εί­χε ι­δρύ­σει και διευ­θύ­νει τα “Quaderni Piacentini”, έ­να υ­πέ­ρο­χο πε­ριο­δι­κό, ό­που η ι­τα­λι­κή δια­νό­η­ση, για μια ει­κο­σα­ε­τία, εί­χε βρει τον τρό­πο να ε­ξι­λεω­θεί.

*Σύ­ντο­μο βιο­γρα­φι­κό

Ο Σέρτ­ζιο Μπο­λό­νια γεν­νή­θη­κε το 1937 στην Τερ­γέ­στη.

Δί­δα­ξε ι­στο­ρία του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος και της βιο­μη­χα­νι­κής κοι­νω­νίας σε διά­φο­ρα πα­νε­πι­στή­μια. Η ει­δι­κό­τη­τά του ή­ταν η ι­στο­ρία του γερ­μα­νι­κού ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος. Από το 1985 εί­ναι σύμ­βου­λος ε­πι­χει­ρή­σεων. Εί­ναι πρό­ε­δρος του Ελεύ­θε­ρου Πα­νε­πι­στη­μίου του Μι­λά­νου «Φράν­κο Φορ­τί­νι». Στην πο­λυ­τά­ρα­χη ζωή του στα νε­α­νι­κά του χρό­νια πέ­ρα­σε α­πό το «Κοι­νό­βιο νού­με­ρο 2», που δη­μιουρ­γή­θη­κε το Γε­νά­ρη του ’61, στο Μι­λά­νο, ό­που φι­λο­ξε­νού­νταν νό­μι­μοι και πα­ρά­νο­μοι, ά­γνω­στοι και διά­ση­μοι, ό­πως ο Κα­στο­ριά­δης. Το ’61 άρ­χι­σε να συμ­με­τέ­χει στην ο­μά­δα «Κόκ­κι­να Τε­τρά­δια». Ο ί­διος χα­ρα­κτη­ρί­ζει ση­μα­ντι­κή και θε­με­λιώ­δη ε­μπει­ρία τη συμ­με­το­χή του στη σύ­ντα­ξη του πε­ριο­δι­κού «Quaderni Piacentini». Το ’63 ε­ντά­χθη­κε στην ο­μά­δα που ί­δρυ­σε το έ­ντυ­πο «Εργα­τι­κή Τά­ξη» μα­ζί με τον Νέ­γκρι, τον Τρό­ντι, τον Άζορ Ρό­ζα κ.α. Από το ’69 έως το ’73, α­νή­κει στην ο­μά­δα “Potere Operaio” (Εργα­τι­κή Εξου­σία), που εκ­προ­σω­πεί τους ερ­γα­τι­στές, που πι­στεύουν σ’ έ­ναν ερ­γα­τι­κό α­γώ­να δο­μη­μέ­νο στη σύ­γκρου­ση του κό­σμου του ερ­γο­στα­σίου του «ερ­γά­τη-μά­ζα», τυ­πι­κό πα­ρά­δειγ­μα του φορ­ντι­σμού της δε­κα­ε­τίας της οι­κο­νο­μι­κής α­νά­πτυ­ξης στην Ιτα­λία.

Η κε­ντρι­κή θέ­ση που κα­τέ­χει για τη δρά­ση του “Potere Operaio” ο κό­σμος του ερ­γο­στα­σίου στις με­γά­λες πό­λεις, εί­ναι το χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό στοι­χείο της ο­μά­δας, που τη δια­φο­ρο­ποιεί α­πό τις άλ­λες ο­μά­δες της ε­ξω­κοι­νο­βου­λευ­τι­κής α­ρι­στε­ράς.

Αυ­τή η δια­δι­κα­σία αυ­τοορ­γά­νω­σης και αυ­θόρ­μη­της ρι­ζο­σπα­στι­κής δρά­σης που θα φέ­ρει την αρ­χή ε­νός ε­πα­να­στα­τι­κού προ­τσές, ο­δη­γεί στην έν­νοια –κλει­δί της «ερ­γα­τι­κής αυ­το­νο­μίας», α­πό την ο­ποία θα δη­μιουρ­γη­θεί το ο­μώ­νυ­μο πο­λι­τι­κό υ­πο­κεί­με­νο, έ­πει­τα α­πό τη διά­σπα­ση της «Εργα­τι­κής Εξου­σίας».

Η «Εργα­τι­κή Εξου­σία» εί­χε και την πα­ρά­νο­μη έ­νο­πλη πλευ­ρά της, στην ο­ποία δεν συμ­με­τεί­χε ο Μπο­λό­νια, στε­λέ­χη της ο­ποίας ή­ταν ο Βα­λέ­ριο Μο­ρού­τσι (η­γε­τι­κό στέ­λε­χος των Ερυ­θρών Τα­ξιαρ­χιών) και ο Ορέ­στε Σκαλ­τσό­νε (η­γε­τι­κό στέ­λε­χος της Πρώ­της Γραμ­μής).

Από το 1973-1989 ο Μπο­λό­νια εί­ναι έ­νας α­πό τους κύ­ριους συ­ντε­λε­στές του πε­ριο­δι­κού «Primo Maggio».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Στέλιος Ελληνιάδης

ΑΠΟΨΕΙΣ & ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο

του Βένιου τα καμώματα

Καιρός ήταν να μπούμε στην ψηφιακή εποχή. Μιας που έτσι κι αλλιώς γράφω, όσοι ενδιαφέρονται μπορούν να διαβάσουν εδώ είτε δικά μου κείμενα είτε κείμενα που τράβηξαν την προσοχή μου. Καλως ήρθατε!

ΣΥΡΙΖΑ/EKM Χολαργού - Παπάγου

Μονόδρομοι υπάρχουν μόνο όταν ο καθένας πορεύεται μόνος του

AΡΧΕΙΟ ΕΝΘΕΜΑΤΩΝ 2010- 8.5.2016

Επιμέλεια: Στρατής Μπουρνάζος - Συντακτική ομάδα: Μάνος Αυγερίδης, Μαρία Καλαντζοπούλου, Ιωάννα Μεϊτάνη, Στρατής Μπουρνάζος

The WordPress.com Blog

The latest news on WordPress.com and the WordPress community.

Αρέσει σε %d bloggers: