ΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ – Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΑΚΤΙΝΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ

Αναδημοσίευση από το RedNotebook οκτώ κειμένων του πολιτικού αναλυτή Γιάννη Μαυρή για την εξέλιξη των πολιτικών κομμάτων και του κομματικού συστήματος, στον χρόνο που ακολούθησε τις ιστορικές εκλογές του 2012 (Εφημερίδα των Συντακτών και http://www.mavris.gr, Ιούνιος-Ιούλιος 2013):

1. Κόμματα & κομματικό σύστημα σε μετάβαση*

Ίσως σε καμιά άλλη χώρα, οι πολιτικές επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης δεν υπήρξαν τόσο καθοριστικές όσο στην Ελλάδα. Η κατάρρευση του δικομματικού συστήματος στις εκλογές του 2012, ως αποτέλεσμα της μνημονιακής τριετίας, έφερε στην επιφάνεια τη βαθύτατη κρίση εκπροσώπησης, οδηγώντας σε νέες μαζικές πολιτικές στοιχίσεις. Ένα χρόνο μετά, οι διεργασίες και οι μετασχηματισμοί των παλαιών και των νέων πολιτικών κομμάτων συνεχίζονται με αμείωτους ρυθμούς. Το τελευταίο διάστημα, σχεδόν κάθε μήνα, εξαγγέλονται νέα «κόμματα», ενώ η πιθανότητα επανεμφάνισης στις προσεχείς εκλογές, της «κονιορτοποίησης» που παρατηρήθηκε στις εκλογές του Μαΐου, επιστρέφει. Εντούτοις, το πραγματικό γεγονός που συσκοτίζεται είναι η απαξίωση και δραματική συρρίκνωση του θεσμικού ρόλου των κομμάτων, στα πλαίσια του νέου πολιτικού συστήματος που αναδύεται· ενός εντελώς αποδυναμωμένου, σχεδόν  εικονικού κοινοβουλευτισμού.

Η κατάρρευση του ελληνικού δικομματισμού

Μετά το 1974, η συστηματική εναλλαγή των δύο κομμάτων διακυβέρνησης στην εξουσία, που συντελέστηκε πέντε φορές, είχε εδραιώσει θεσμικά (με τη βοήθεια και των εκλογικών νόμων) το δικομματικό σύστημα, ως μορφή καθεστώτος. Τα τελευταία 30 χρόνια, η επιρροή του ελληνικού δικομματισμού (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ) είχε κυμανθεί σε επίπεδα της τάξης του 80%-85%, που διεθνώς μόνον με την ιστορική παράδοση των αγγλοσαξονικών χωρών μπορεί να συγκριθεί. Ο δικομματισμός λειτουργούσε και εκτόνωνε την κοινωνική δυσαρέσκεια, με τη μετακίνηση κάθε φορά μιας κρίσιμης μερίδας του εκλογικού σώματος από το ένα κόμμα στο άλλο. Το «ενδιάμεσο» εκλογικό σώμα, δηλαδή οι ψηφοφόροι που είχαν ψηφίσει κατά καιρούς και τα δύο κόμματα διακυβέρνησης, έφθασε το 2009 να αντιπροσωπεύει σχεδόν το 25%.

Ωστόσο, η υπαγωγή της χώρας στο Μνημόνιο ακύρωσε αυτήν την ιστορικά παγιωμένη λειτουργία του. Οι συνοπτικές διαδικασίες επικύρωσης της «έκτακτης» νομοθεσίας, που επιβλήθηκαν με τις δανειακές συμβάσεις (οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου/ διαδικασία του κατεπείγοντος/πολυνομοσχέδια), οδήγησαν ουσιαστικά σε αυτοκατάργηση του Κοινοβουλίου και ολοκληρωτική απαξίωση  των Βουλευτών, οι οποίοι πλέον αδυνατούσαν να εμφανισθούν σε δημόσιο χώρο, χωρίς να αποδοκιμασθούν ή να κινδυνεύσει ακόμη και η σωματική τους ακεραιότητα.

Η ανοικτή σύγκλιση και δέσμευση των δύο μεγάλων κομμάτων εξουσίας στην πολιτική που επιβλήθηκε ολοκληρώθηκε με τη στήριξη της κυβέρνησης ενός διορισμένου και μη-εκλεγμένου Πρωθυπουργού (Νοέμβριος 2011-Απρίλιος 2012). Με τη διαμόρφωση ενός «ενιαίου κόμματος του Μνημονίου» και την επιβολή μιας κυβέρνησης συνεργασίας, ουσιαστικά υπόλογης στην τρόικα και όχι στο ελληνικό κοινοβούλιο, η θέση τους αυτοϋπονομεύτηκε. Η εδραιωμένη λειτουργία του δικομματικού συστήματος «μπλόκαρε».

Η διετία 2010-2012

Στη διετία 2010-2012, οι δημοσκοπήσεις είχαν καταγράψει τη ριζική αντίθεση των πολιτών απέναντι στο Μνημόνιο. Από το Μάιο του 2010, η κοινωνική αποδοκιμασία του κυμάνθηκε, συστηματικά, σε επίπεδα της τάξης του 60%-75%, για να προσεγγίσει την εποχή της ψήφισης του ΙΙ Μνημονίου (Φεβρουάριος 2012) το 79% (γράφημα 1). Το εκλογικό αποτέλεσμα απλώς την επικύρωσε και ταυτόχρονα αποκάλυψε το έλλειμμα νομιμοποίησης των πολιτικών του.

Ήδη από τις αρχές του 2011, το κοινωνικό αίτημα για εκλογές διαρκώς διογκωνόταν. Στις έρευνες κοινής γνώμης, η αναγκαιότητα διεξαγωγής εκλογών συγκέντρωνε τον Απρίλιο του 2012 ποσοστό 67%, από μόλις 25% ένα χρόνο πριν, ξεπερνώντας τελικά το 70% (γράφημα 2). Ο κίνδυνος ανεξέλεγκτης κοινωνικής έκρηξης, όπως για παράδειγμα εκείνη του 1965 (το λεγόμενο «πεζοδρόμιο» στην αργκό των παλαιότερων ελλήνων συντηρητικών πολιτικών), ήταν μεγάλος και το εγχώριο πολιτικό σύστημα το γνώριζε. Ουσιαστικά, οι εκλογές του Μαΐου επιβλήθηκαν «από τα κάτω».

Με δεδομένη στην Ελλάδα την αυξημένη επιρροή που ασκεί ο κοινοβουλευτισμός στις κυριαρχούμενες τάξεις, η κοινωνική δυσαρέσκεια οδηγήθηκε ευκολότερα στη διέξοδο στην εκλογικής αποδοκιμασίας, παρά της ανοικτής κοινωνικής διαμαρτυρίας (που εκδηλώθηκε αν και περιορισμένα). Αναμενόμενα, η «τιμωρία» και των δύο κομμάτων της διακυβέρνησης στις εκλογές υπήρξε πρωτοφανής. Στις εκλογές της 6ης Μαΐου του 2012, κανένα από τα δύο δεν κατάφερε να συγκεντρώσει πάνω από 19%. Στο κατακερματισμένο τοπίο που αναδύθηκε, οι προσπάθειες για συγκρότηση μιας βιώσιμης πλειοψηφίας απέτυχαν. Εκλογικά, το παλιό δικομματικό καθεστώς, κυριολεκτικά, κατέρρευσε. Η επιρροή του τον Μάιο, μόλις 32%, δεν προσέγγισε ούτε το ½ του ποσοστού, που είχαν λάβει αθροιστικά πριν από δυόμιση χρόνια (77,4%). Το ΠΑΣΟΚ τιμωρήθηκε περισσότερο σκληρά για την προσφυγή της Ελλάδας στο ΔΝΤ και την υπογραφή του 1ου Μνημονίου, δύο χρόνια πριν.

Στις επαναληπτικές εκλογές που ακολούθησαν 6 εβδομάδες μετά, ο  συνασπισμός των 3 κομμάτων της συγκυβέρνησης (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ) έλαβε αθροιστικά λιγότερο από 3 εκατ. ψήφους, δηλαδή λιγότερο από το 30% του «λογιστικού» και περίπου 35% του πραγματικού εκλογικού σώματος.

Οι ιστορικές διαστάσεις της εκλογικής μεταβολής

Τον Μάιο, τα δύο πρώτα κόμματα (άθροισμα πλέον ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ) συγκέντρωσαν μόνον 35,6%. Είναι το ελάχιστο ποσοστό δικομματικής επιρροής που καταγράφηκε ποτέ σε εκλογική αναμέτρηση κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, από το 1926. (γράφημα 3). Παρόμοια ποσοστά μπορούν να συγκριθούν μόνο με εκείνα των πρώτων μετεμφυλιακών εκλογών του 1950, 62 χρόνια πριν. Μάλιστα, από ποσοτική άποψη και τηρουμένων των αναλογιών, ο κατακερματισμός του κομματικού συστήματος τον Μάιο του 2012, ακόμη και εάν συγκριθεί με το ιστορικό προηγούμενο του 1950, αποδεικνύεται εξίσου μεγάλος ή και μεγαλύτερος.

Αν αναλογιστεί κανείς ότι οι εκλογές του ’50 ήταν οι πρώτες αντιπροσωπευτικές που είχαν διεξαχθεί στην Ελλάδα, μετά την δικτατορία του μεσοπολέμου, τη γερμανική κατοχή και τον εμφύλιο πόλεμο, αντιλαμβάνεται εύκολα τόσο το μέγεθος όσο και την ιστορική σημασία της εκλογικής μεταβολής που έχει συντελεστεί. Το 1950, ο κομματικός κατακερματισμός εμφανίσθηκε ως πολιτικό αποτέλεσμα μιας θυελλώδους δεκαετίας και ενός τριετούς εμφυλίου πολέμου (1946-49). Το 2012, υπήρξε αποτέλεσμα της εφαρμογής του Μνημονίου, στην τριετία 2010-12· ενός νέου και «μονομερούς εμφυλίου» που κηρύχθηκε τώρα εις βάρος των κυριαρχούμενων τάξεων, με σκοπό την ανατροπή του μεταπολιτευτικού κοινωνικού συμβιβασμού.

Η νέα πόλωση

Με τις διπλές εκλογές του 2012 άνοιξε μια νέα ιστορική περίοδος, μεταβατικού χαρακτήρα που συνεχίζεται. Τον παλιό δικομματισμό, που κατέρρευσε, διαδέχεται σταδιακά ένα νέο κομματικό σύστημα, ένας συρρικνωμένος πλέον (το τελευταίο εξάμηνο η επιρροή των δύο κομμάτων παραμένει αθροιστικά κάτω από το 58%) και απόλυτα ισορροπημένος–για την ώρα- δικομματισμός, με τη ΝΔ και τον ΣΥΡΙΖΑ να κινούνται διαρκώς μεταξύ 27,5% και 29,5%.

Αποδείχθηκε, ταυτόχρονα, ότι η νεοφιλελεύθερη επίθεση που εκδηλώθηκε με την εφαρμογή του πολιτικού και οικονομικού προγράμματος του Μνημονίου, ως απάντηση των κυρίαρχων τάξεων στην κρίση, έχει διαιρέσει βαθύτατα την ελληνική κοινωνία. Η κοινωνική και ταξική πόλωση, που προκλήθηκε, αποτυπώθηκε ευδιάκριτα στην ψήφο των εκλογών του Ιουνίου [γράφημα 4]. Ανάλογη κοινωνική διαφοροποίηση στην εκλογική βάση των κομμάτων έχει να εμφανισθεί από τη δεκαετία του ’80. Η σημασία της ταξικής ψήφου που είχε υποχωρήσει σημαντικά τις δύο τελευταίες δεκαετίες, δείχνει να επανακάμπτει. Η πόλωση εγγράφει και μια νέα διαιρετική τομή στο ελληνικό κομματικό σύστημα, ανάμεσα στις φιλομνημονιακές και τις αντιμνημονιακές δυνάμεις, που εξακολουθεί σήμερα να τέμνει τη διαίρεση Αριστερά/Δεξιά. Βάσει αυτής της διπλής διαίρεσης συγκροτείται το νέο κομματικό σύστημα και θα οργανωθούν μελλοντικά οι δύο ευρύτεροι πόλοι της πολιτικής σκηνής.

Μέχρι σήμερα, ο ένας πόλος εκπροσωπήθηκε από την τρικομματική κυβερνητική συνεργασία, ανάμεσα στη ΝΔ που μετατοπίσθηκε δεξιότερα και τους άλλους δύο μάλλον προσωποπαγείς κομματικούς σχηματισμούς της φιλελεύθερης σοσιαλδημοκρατίας, που ανέλαβαν να διευρύνουν τη νομιμοποίηση προς τα αριστερά. Η σύγκλιση αυτών των δυνάμεων, που εξακολουθεί -μέχρι την κρίση της ΕΡΤ τουλάχιστον- να κυριαρχεί πολιτικά, εκφράζει το κοινωνικό μπλοκ του Μνημονίου, τη νέα κοινωνική συμμαχία των κυρίαρχων τάξεων που συγκροτείται μέσα στην κρίση.

Στον αντίποδα, ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί την (ευάλωτη) κοινοβουλευτική έκφραση μιας νέας διευρυμένης κοινωνικής συσσωμάτωσης των μεσαίων και εργατικών μισθωτών στρωμάτων, αλλά και σημαντικού τμήματος κοινωνικών κατηγοριών, που μαζικοποιούνται και εξαθλιώνονται από την οικονομική κρίση, όπως η νεολαία, οι άνεργοι και οι ταξικά υποβαθμιζόμενοι.

Οι προοπτικές των εκλογών στην Ελλάδα

Τα κόμματα της σημερινής κυβέρνησης υποστηρίχθηκαν, κατά κύριο λόγο, από το λιγότερο δυναμικό, μη-παραγωγικό και πλέον γερασμένο τμήμα του εκλογικού σώματος. Η εκλογική νίκη της ΝΔ βασίσθηκε περισσότερο στον εκφοβισμό του εκλογικού σώματος. Υπήρξε ψήφος συγκατάθεσης, χωρίς την απαραίτητη ιδεολογική συναίνεση. Η κοινωνική νομιμοποίηση που εξασφάλισε η νέα διακυβέρνηση ήταν εξ αρχής περιορισμένη. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, η αυταρχική στροφή της διακυβέρνησης (ένας νέος αυταρχικός κρατισμός) και η υιοθέτηση μορφών της στρατηγικής της έντασης ήταν αναμενόμενες. Συνέχιση και ολοκλήρωση του μνημονιακού προγράμματος, είναι δυνατόν να συνεχισθεί μόνον με περαιτέρω συγκεντροποίηση της λήψης των αποφάσεων, κλιμάκωση της καταστολής των κοινωνικών κινητοποιήσεων, περαιτέρω περιορισμό των δημοκρατικών δικαιωμάτων (ΕΡΤ) και αύξηση της επιτήρησης.

Στα σχετικά “manual” των διεθνών οργανισμών, το επόμενο στάδιο αυτού του σχεδίου περιλαμβάνει την προσπάθειαθεσμικής κατοχύρωσης των αλλαγών, αυτό που η Ναόμι Κλάιν έχει αποκαλέσει «μόνωση των μεταρρυθμίσεων». Η συνταγματική αναθεώρηση, η αλλαγή του εκλογικού νόμου, ακόμη και οι σκέψεις για διεύρυνση του εκλογικού σώματος (κυριολεκτικά αλλαγή), με την καθιέρωση της ψήφου των ομογενών θα είναι στην ημερήσια διάταξη του πολιτικού και εκλογικού ανταγωνισμού. Αυτοί οι πολιτικοί μετασχηματισμοί καταλήγουν στην περαιτέρω παράκαμψη της αντιπροσώπευσης και την ενίσχυση του ρόλου των Μέσων Ενημέρωσης και της προπαγάνδας. Οδηγούν στη θεσμική υποβάθμιση της εκλογικής διαδικασίας και την έξοδο από το εκλογικό σώμα μιας σημαντικής μερίδας πολιτών. Ο κίνδυνος είναι ορατός.

Στα χρόνια που έρχονται, η κοινωνική αντιπαράθεση γύρω από τις εκλογές και τη δημοκρατία αναπόφευκτα θα κλιμακωθεί. Ο συσχετισμός δυνάμεων είναι εις βάρος των κυριαρχούμενων τάξεων, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι μπορεί κανείς να προδικάσει γραμμικά  και εκ των προτέρων το αποτέλεσμά της. Όπως διαμορφώνονται σήμερα οι συνθήκες δεν αποκλείεται οι επόμενες εκλογές να αποδειχθούν εξ ίσου ή και σε μεγαλύτερο βαθμό πολωμένες από εκείνες που ζήσαμε τον περασμένο Ιούνιο.

Η μετρική στην οποία στηρίζεται το γράφημα 4, χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά από τον Ηλία Ιωακείμογλου (http://www.ioakimoglou.net/)

*Δημοσιεύθηκε στην ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ (19/6/2013)

2. Από τον κατακερματισμό της Δεξιάς στη συντηρητική αντισυσπείρωση-Η Νέα Δημοκρατία ένα χρόνο μετά τις εκλογές

Τον Μάιο του 2012, το ποσοστό της ΝΔ (18,85%) αποδείχθηκε το χαμηλότερο που έλαβε ποτέ κόμμα της Δεξιάς στην Ελλάδα. Η κρίση της ελληνικής Δεξιάς, που αποκαλύφθηκε, δεν ήταν μικρότερης σημασίας από την εξαφάνιση του ΠΑΣΟΚ. Αποδείχθηκε ότι το Μνημόνιο είχε διαιρέσει βαθύτατα και αυτήν, γεγονός βέβαια με μεγάλη πολιτική σημασία.

Η συντηρητική παράταξη αναδύθηκε από την πρώτη κάλπη γεωγραφικά, κοινωνικά, πολιτικά και ιδεολογικά κατακερματισμένη. Τα τρία βασικά ιδεολογικά της ρεύματα (σχηματικά μιλώντας, «λαϊκή δεξιά», «άκρα δεξιά» και «νεοφιλελεύθερη δεξιά») εμφανίσθηκαν κομματικά διασπασμένα και εκπροσωπήθηκαν από επτά κομματικούς σχηματισμούς. Η κοινωνική διάσταση αυτού του κατακερματισμού εμφαίνεται στον εκλογικό χάρτη της πρωτεύουσας (γράφημα 1).

Από τον κατακερματισμό στην συντηρητική αντισυσπείρωση

Η θέση του Αντώνη Σαμαρά στην αρχηγία του κόμματος κινδύνευσε πραγματικά, για κάποια 24ωρα. Ωστόσο, στους κόλπους του συντηρητικού πολιτικού προσωπικού, το ενδεχόμενο διάσπασης της ΝΔ κρίθηκε αυτοκαταστροφικό και τελικά αποφεύχθηκε. Οι εσφαλμένες προεκλογικές εκτιμήσεις για την «ανθεκτικότητα» του δικομματισμού και η μη-αναμενόμενη άνοδος της Αριστεράς θορύβησαν ιδιαίτερα τις κυρίαρχες ελίτ και προκάλεσαν πρωτοφανή ταξική αντισυσπείρωση. Διαμορφώθηκε, εξ αρχής, μια «ιερά συμμαχία» κατά του ΣΥΡΙΖΑ. Λόγω αυτής της αντισυσπείρωσης, η ΝΔ αναγορεύθηκε εκ των πραγμάτων στον κορμό του αντίπαλου πόλου, για την αναχαίτιση της «κόκκινης απειλής».

Έτσι, στις δεύτερες εκλογές της 17ης Ιουνίου, η ΝΔ κατάφερε να αυξήσει και αυτή θεαματικά την επιρροή της, κατά 11 εκατοστιαίες μονάδες (29,7%, 1,8 εκ ψήφοι) και με 170.000 περισσότερες ψήφους να κερδίσει τις εκλογές. Η ΝΔ προσέλκυσε τώρα κυρίως συντηρητικούς εκλογείς, που στην πρώτη αναμέτρηση είχαν προτιμήσει τα μικρότερα σχήματα της νεοφιλελεύθερης δεξιάς (ΔΗΣΥ, ΔΗΞΑ), τον ακροδεξιό ΛΑΟΣ και, σε μικρότερο βαθμό, τους Ανεξάρτητους Έλληνες). Αν και η αστική τάξη συσπειρώθηκε σε μεγάλο βαθμό στη ΝΔ, ωστόσο και αυτή η εκλογική της επίδοση παραμένει η δεύτερη χειρότερη των τελευταίων 30 χρόνων.

Η ψήφος στη ΝΔ υπήρξε κατά βάση «αρνητική». Σύμφωνα με μια  έρευνα της PI, 1 στους 5 ψηφοφόρους της (18%), την ψήφισε «για να παραμείνει η Ελλάδα στο ευρώ», 1 στους 12 (8%) «για να υπάρξει σταθερότητα» και 1 στους 10 (10%), κυρίως ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ, για λόγους τακτικής («για να μη βγει ο ΣΥΡΙΖΑ»).

 Η κοινωνική βάση της ΝΔ

Η μαζική υποστήριξη της ΝΔ στις επαναληπτικές εκλογές του Ιουνίου προήλθε κυρίως (σε ποσοστό 59%) από τις κοινωνικές-οικονομικές κατηγορίες του μη-ενεργού πληθυσμού (συνταξιούχοι, νοικοκυρές), παραδοσιακά συντηρητικότερες, αλλά που αποδείχθηκαν και οι πλέον ευάλωτες στην προπαγάνδα, καθώς και τα στρώματα της υπαίθρου (36% στις αγροτικές περιοχές, έναντι 28% στα αστικά κέντρα – ψαλίδα αγροτικών/αστικών +8%). Η ΝΔ απέσπασε το υψηλότερο ποσοστό της στους συνταξιούχους (42%) και στις νοικοκυρές (37%). Αντιθέτως, μεταξύ των μισθωτών κινήθηκε σε πολύ χαμηλά επίπεδα (19-21%) (γράφημα 2).

Επίσης, πλειοψήφησε στα ευρύτερα εργοδοτικά στρώματα και τους αυτοαπασχολούμενους, όπου κυριαρχεί παραδοσιακά. Λόγω της ταξικής πόλωσης, επανασυσπείρωσε τον Ιούνιο μια μερίδα τους (28%), και κατάφερε, οριακά, να διατηρήσει την πρώτη θέση. Ωστόσο, η επιρροή της στη συγκεκριμένη κατηγορία εμφανίζεται αρκετά ασθενέστερη, σε σύγκριση με εκείνη που διατηρούσε την περίοδο της πολιτικής της κυριαρχίας της, 2004-2007 (46%-49%), ακόμη και το 2009, όταν έχασε από το ΠΑΣΟΚ (33%). Χαρακτηριστικότερο όμως είναι ότι, μεταξύ των δύο αναμετρήσεων, η ΝΔ παρουσίασε τη μεγαλύτερη αύξηση στην κατηγορία των οικονομικά «εξασφαλισμένων» (38%,+16%). Πρόκειται για εκείνα τα κοινωνικά στρώματα που η οικονομική κρίση δεν έχει θίξει ιδιαίτερα ή και έχει ευνοήσει.

Σε δημογραφικούς όρους, το εκλογικό ακροατήριο της ΝΔ είναι ιδιαίτερα γερασμένο. Μεταξύ των ψηφοφόρων 65 ετών και άνω, η ΝΔ απέσπασε ποσοστό 48% (1 στους 2 ψηφοφόρους αυτής της ηλικιακής ομάδας), ενώ μεταξύ εκείνων, ηλικίας 55-64 ετών, 33% (1 στους 3). Σε αυτές τις δύο ηλικιακές ομάδες εντάσσεται το 63% των εκλογέων της. Aς σημειωθεί, ότι η ηλικιακή κατηγορία 65+ είναι και η μόνη, όπου ο (παλαιός) δικομματισμός παρέμεινε σε σχετικά υψηλά επίπεδα (67%).

 Η γεωγραφία της κοινωνικής πόλωσης

Η έντονη κοινωνική διαφοροποίηση στη βάση των κομμάτων αποτυπώνεται ανάγλυφα στην εκλογική γεωγραφία της Πρωτεύουσας και αντιστοιχεί έκδηλα στην κοινωνική-ταξική διαίρεση του αθηναϊκού χώρου, που συγκροτείται με βάση τον άξονα ΒΑ-ΝΔ. Η ΝΔ υπερίσχυσε στη συμπαγή ζώνη των βόρειων και βορειο-ανατολικών δήμων και στη νοτιο-ανατολική, παραλιακή ζώνη της Πρωτεύουσας, όπου συγκεντρώνεται ο κύριος όγκος των αμιγώς αστικών και ανώτερων μεσαίων στρωμάτων (γράφημα 1). Σε αρκετές από αυτές τις περιοχές, η επιρροή της ξεπέρασε τον Ιούνιο το 30%, ενώ στα πλέον εύπορα προάστια, λόγω της αστικής κινητοποίησης που υπήρξε, κυμάνθηκε από 50%-70%. Τον Μάιο, η ΝΔ απέσπασε στην Εκάλη 31,6%, η Δράση 21%, η ΔΗΞΑ 8,9%, οι ΑΝΕΛ 6,9%, η ΔΗΣΥ 5,4% και η Χρυσή Αυγή 3,9%. Τον Ιούνιο, όμως η ΝΔ θα λάβει 70%, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ μόλις 6,5% (από 4,8% τον Μάιο).

 Ένα χρόνο μετά

Με βάση την εκτίμηση εκλογικής επιρροής της Public Issue, στο Α’ εξάμηνο του 2013, η επιρροή της ΝΔ κυμάνθηκεμεταξύ 27,5% και 29,5% (γράφημα 3). Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός, ότι ενώ τα προηγούμενα δύο Μνημόνια αποδείχθηκαν καταστροφικά για τα κόμματα που τα διαχειρίστηκαν, αυτή τη φορά ΝΔ επιβίωσε δημοσκοπικά του ΙΙΙ Μνημονίου, ενώ η συμφωνία για την επαναγορά του ελληνικού χρέους (PSI, Δεκέμβριος 2012) ανέστειλε την κοινωνική δυσαρέσκεια. Αλλά και η κυπριακή κρίση (Μάρτιος 2013) απέδειξε, για άλλη μια φορά, ότι ο φόβος λειτουργεί υπέρ της, όπως λειτούργησε και τον Ιούνιο του 2012.

Ένα χρόνο μετά, η κοινωνική φυσιογνωμία της εκλογικής βάσης του κόμματος, σε γενικές γραμμές, δεν έχει τροποποιηθεί σημαντικά. Παρά την πολιτική περικοπών των συντάξεων, οι απώλειές της στην ηλικιακή κατηγορία άνω των 65 ετών παραμένουν ασήμαντες. Επιπλέον, η ΝΔ ενισχύθηκε μεταξύ των ευρύτερων εργοδοτικών και αυτοαπασχολούμενων στρωμάτων, ενώ οι απώλειες μεταξύ των αγροτικών στρωμάτων, που είχαν παρατηρηθεί στο Α’ τρίμηνο του έτους, αποδείχθηκαν πρόσκαιρες (γράφημα 2).

Η σημαντικότερη εκλογική μεταβολή που έχει επισυμβεί, όμως, εντοπίζεται αλλού. Η ΝΔ κατάφερε να εξισορροπήσει εντυπωσιακά την πρωτοφανή υστέρησή της στη νεολαία (ηλικιακή κατηγορία 18-24), που είχε καταγραφεί στις εκλογές εις βάρος της και υπέρ της Χρυσής Αυγής, ενισχύοντας σε αυτήν σημαντικά (+13%) την κοινωνική της υποστήριξη (σήμερα 24%). Το ίδιο συμβαίνει και με ένα σημαντικό τμήμα της «σιωπηλής» φοιτητικής μάζας. Φαίνεται ότι οι προωθούμενες αλλαγές στα ΑΕΙ έχουν ενισχύσει τη διαμόρφωση ενός συντηρητικού μπλοκ φοιτητών, φαινόμενο που δεν καταγράφεται απαραίτητα στις εκλογικές διαδικασίες του χώρου (γράφημα 2).

Την στιγμή (11/6/13) που ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ανακοίνωνε την απόφαση να κλείσει η δημόσια τηλεόραση (ΕΡΤ), ο συσχετισμός, ανάμεσα στο βασικό κυβερνών κόμμα και την αξιωματική αντιπολίτευση, έδειχνε να διαμορφώνεται -υπέρ του- στα ευνοϊκότερα επίπεδα από τις τελευταίες εκλογές του Ιουνίου 2012 (προβάδισμα 2 μονάδες). Ωστόσο, η πολιτική πρωτοβουλία που ανέλαβε ο πρωθυπουργός, με υψηλό ρίσκο, δεν στέφθηκε με επιτυχία. Η συντριπτική πλειοψηφία της κοινής γνώμης, συμπεριλαμβανομένου και 1/3 των ψηφοφόρων της ΝΔ, αποδοκίμασαν εντονότατα τη διακοπή του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού προγράμματος. Η δυναμική της ενδοκυβερνητικής κρίσης, που βρίσκεται σε εξέλιξη δεν είναι εύκολο να τερματισθεί. Δεν επιτρέπει αυτή τη στιγμή να εκτιμηθεί το εύρος της εκλογικής ζημίας που υφίσταται η ΝΔ, αλλά και η ίδια η εικόνα του Αντώνη Σαμαρά, ούτε και το εάν χάνει την δεδομένη μέχρι πρόσφατα πρωτοκαθεδρία της στην πρόθεση ψήφου.

 «ανασυγκρότηση, μετεξέλιξη, διεύρυνση»

Η πολύπλευρη κρίση και διάσπαση της Δεξιάς που εγγράφηκε με τις εκλογές του 2012 παραμένει σήμερα ενεργή. Στον κομματικό ανταγωνισμό για την κληρονομιά της μεταπολιτευτικής συντηρητικής παράταξης, η Χρυσή Αυγή έχει αναδειχθεί, μετεκλογικά, στο σημαντικότερο, αν και όχι το μοναδικό αντίπαλο της ΝΔ. Για τούτο και η επιχείρηση «ανασυγκρότηση, μετεξέλιξη, διεύρυνση», που εξαγγέλλεται με αφορμή το 9ο Συνέδριο της ΝΔ στα τέλη του Ιουνίου, δεν αναιρεί τη σταθερά υλοποιούμενη δεξιά στροφή.

Από την άλλη πλευρά, ένα «εγχείρημα» αμφίπλευρης διεύρυνσης, πχ. με την φημολογούμενη επιστροφή του Γ.Καρατζαφέρη ή και την προσχώρηση στελεχών προερχομένων από το ΠΑΣΟΚ το πιθανότερο είναι ότι δεν προσθέτει εκλογικά και θα παραμείνει μάλλον μια συμβολική κίνηση κορυφής, που απλά θα επικυρώσει μια ήδη συντελεισθείσα σύγκλιση. Πράγματι, η απορρόφηση των υπολειμμάτων της εκλογικής επιρροής του ΛΑΟΣ συντελέσθηκε εκλογικά τον Ιούνιο του 2012. Το ίδιο και η εκλογική προσχώρηση της πολιτικά φιλελεύθερης μερίδας κεντροαριστερών ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ (περίπου 2-2,5% του εκλογικού σώματος), που τον Ιούνιο στράφηκαν στη ΝΔ για να αποτρέψουν την επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ (φαινόμενο που περιγράφεται ως «ψήφος τακτικής»).

Συνοπτικά, η πρωτοκαθεδρία της ΝΔ στις επόμενες εκλογές μπορεί να συγκεντρώνει –μέχρι στιγμής και με βάση τα σημερινά δεδομένα- περισσότερες πιθανότητες δεν είναι, εντούτοις, σε καμιά περίπτωση διασφαλισμένη εκ των προτέρων. Θα κριθεί δε, πρωτίστως, στη «μάχη για την ακροδεξιά».

*Δημοσιεύθηκε στην ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ (25/6/2013)

3. Που βαδίζει ο ΣΥΡΙΖΑ – Εκλογική ανάδυση και δυναμική του νέου κόμματος της Αριστεράς

Από τον περασμένο Ιούνιο, ένα νέο κόμμα της Αριστεράς εκπροσωπεί πάνω από το 1/4 του εκλογικού σώματος, 5πλασιάζοντας την κοινωνική του επιρροή μέσα σε λιγότερο από 3 χρόνια (από 4,6% ή 316.000 ψήφους τον Οκτώβριο του 2009). Η σημαντική εκλογική ήττα που υπέστη, τελικά, δεν αναιρεί το γεγονός ότι πρόκειται για ένα θεαματικό πολιτικό μετασχηματισμό. Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ τον Ιούνιο (26,9%), η εκλογική του γεωγραφία και κοινωνιολογία, θύμισαν την μεγάλη εκλογική επιτυχία της ΕΔΑ το 1958 (24,4%), η οποία, στα τέλη της πρώτης μεταπολεμικής δεκαετίας, σηματοδότησε τη συγκυριακή επανάκαμψη της Αριστεράς, μετά τη συντριβή του εμφυλίου (γράφημα 1). Ωστόσο, ο ΣΥΡΙΖΑ -μέχρι σήμερα-δεν έχει αποκρυσταλλώσει επαρκή προγραμματικό λόγο, ούτε έχει αποσαφηνίσει πλήρως την στρατηγική του ή την ιδεολογική του φυσιογνωμία. Το κυριώτερο, δεν διαθέτει  ισχυρές μαζικές οργανώσεις, διαρθρωμένες στους κοινωνικούς χώρους· στοιχείο που αφενός διαφοροποιεί την σημερινή περίπτωση από το προδικτατορικό προηγούμενο της ΕΔΑ και αφετέρου καθιστά αρκετά ευάλωτη την εκλογική συσπείρωση που πέτυχε. Ένα κόμμα δεν σταθεροποιεί, προφανώς, το εκλογικό του σώμα μόνο με μια εκλογική αναμέτρηση. Αναμενόμενα, η εκλογική ρευστότητα θα συνεχισθεί.

 Το εκλογικό ρεύμα

Η πρωτοφανής εκλογική επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ τον περασμένο Μάιο, πυροδότησε μετεκλογικά (στο μεσοδιάστημα Μαΐου-Ιουνίου) ένα νέο εκλογικό ρεύμα υπέρ του, που οδήγησε σε περαιτέρω αλματώδη αύξηση της επιρροής του (+10%) μέσα σε ένα μήνα. Τον Ιούνιο, η εκλογική επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ έφθασε 1.655.000 ψήφους. Η δεύτερη άνοδος, συντελέσθηκε κυρίως εις βάρος του παραδοσιακού κομμουνιστικού κόμματος (ΚΚΕ), των μικρότερων αριστερών σχηματισμών, αλλά ως ένα βαθμό και εις βάρος μερίδας συντηρητικών αντιμνημονιακών ψηφοφόρων.

Η ψήφος στον ΣΥΡΙΖΑ, σε αντίθεση με την ψήφο στη ΝΔ, μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ιδιαίτερα «θετική». Η αιτιολόγησή της, από τους ψηφοφόρους του είναι χαρακτηριστική. Σύμφωνα με μια έρευνα της Public Issue, 4 στους 10 ψηφοφόρους του κόμματος (38%) δήλωσαν ότι το ψήφισαν γιατί «εκφράζει το αίτημα της αλλαγής» και 1 στους 7 (14%) γιατί ενσαρκώνει «ελπίδα για καλύτερες μέρες», ενώ μόνο 2 στους 10 (19%), ανέφεραν ως λόγο την «αποδοκιμασία του δικομματισμού».

Η εκλογική δυναμική του ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε, αρχικά, σαφώς μεγαλύτερη από ό,τι καταγράφηκε τελικά στο δεύτερο εκλογικό αποτέλεσμα. Το δεύτερο εκλογικό ρεύμα προς τον ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε ανοδικό μέχρι το τέλος Μαΐου και, εν συνεχεία, έντονα καθοδικό,  επί 2 ½ εβδομάδες. Στο αποκορύφωμα της ανόδου, που συνέπεσε με την δημοσιοποίηση του προεκλογικού του προγράμματος, η εκλογική επιρροή του υπολογίσθηκε, με βάση τις έρευνες κοινής γνώμης της Public Issue σε 31,5%. Παρά την εντύπωση περί «λάθους», αυτή η τάξη μεγέθους επιρροής επιβεβαιώθηκε και εκ των υστέρων, με βάση τη  διορθωμένη στατιστική εκτίμηση της PI (30,8%). Αλλά και η ίδια η εξέλιξη των τάσεων της πρόθεσης ψήφου στο  μετεκλογικό εξάμηνο, αποδεικνύει, επίσης, ότι το άνω όριο της δυνητικής του επιρροής υπερέβαινε το 30%.

Κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων εβδομάδων της προεκλογικής εκστρατείας,  υπολογίζεται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε, συνολικά, περίπου 4-5 μονάδες από την αρχική του άνοδο, μετά τις εκλογές του Μαΐου. Οι λόγοι για την εκλογική υποχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να αναζητηθούν κυρίως σε μια εντατική εκστρατεία εκφοβισμού του εκλογικού σώματος, μέχρι και την τελευταία ημέρα, που εξαπολύθηκε τόσο από το εσωτερικό όσο και από το εξωτερικό, με βασικό οργανωτή το συνασπισμό των εγχώριων Μέσων ενημέρωσης και ιστοτόπων του διαδικτύου.

Η ανοικτή διεθνής παρέμβαση υπέρ των «ευρωπαϊκών κομμάτων», με συνεχείς δηλώσεις, απειλές, «αναλύσεις» ή απλά ψευδείς φήμες των ξένων Μέσων ενημέρωσης και των πρακτορείων ειδήσεων, του συνόλου σχεδόν των ξένων ηγετών και των ευρωπαίων αξιωματούχων, των διεθνών οργανισμών, των εγχώριων και ξένων τραπεζών, των χρηματιστηριακών εταιρειών και των μεγάλων επιχειρήσεων, υπήρξε καθοριστική και επηρέασε χωρίς αμφιβολία το αποτέλεσμα της κάλπης. Το δίλημμα ευρώ ή δραχμή αποδείχθηκε αποτελεσματικό. Λειτούργησε εκφοβιστικά και επηρέασε καταλυτικά μια σημαντική μερίδα του εκλογικού σώματος, αποτρέποντας την ψήφο στον ΣΥΡΙΖΑ, ωθώντας στην αποχή ή ενισχύοντας την ψήφο τακτικής (tactical voting) στη ΝΔ.

 Η κοινωνική βάση του ΣΥΡΙΖΑ

 Ο ΣΥΡΙΖΑ συσπείρωσε τα πλέον δυναμικά τμήματα του εκλογικού σώματος, που πληγήκαν από το μνημόνιο. Η κοινωνική επιρροή του επικεντρώθηκε (και περιχαρακώθηκε) στα μεγάλα αστικά κέντρα, στα μισθωτά στρώματα του οικονομικά ενεργού πληθυσμού της χώρας και τις νεότερες ηλικιακές ομάδες. Σε αυτές τις κοινωνικο-οικονομικές κατηγορίες εμφανίσθηκε τον Ιούνιο και η μεγαλύτερη αύξηση, σε σύγκριση με τις πρώτες εκλογές. Τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της εκλογικής του βάσης ενισχύθηκαν τώρα περισσότερο (γράφημα 2).

Τον Μάιο αναδείχθηκε σε κόμμα των ελληνικών μητροπόλεων. Στην περιφέρεια της Αττικής, όπου συγκεντρώνεται περίπου το 1/3 του εκλογικού σώματος, ο ΣΥΡΙΖΑ ήρθε πρώτο κόμμα, με 21%, έναντι 13,2% της ΝΔ και μόλις 8,9% του ΠΑΣΟΚ. Τον Ιούνιο προηγήθηκε πάλι, με 30,8%, έναντι 26,5% της ΝΔ, ενώ το ΠΑΣΟΚ παρέμεινε καθηλωμένο.

Μεταξύ των μισθωτών του Ιδιωτικού Τομέα συγκέντρωσε τον Ιούνιο, 34% (+16%, σε σύγκριση με το Μάιο), μεταξύ των μισθωτών του Δημοσίου Τομέα (δημοσίων υπαλλήλων και εργαζομένων στις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας), 33% (+11%), μεταξύ των ανέργων 37% (+15%), ενώ μεταξύ των φοιτητών κατέγραψε υψηλότερο ποσοστό, 39% (+19%). Ισχυρή επιρροή κατέγραψε και μεταξύ εκείνων των μεσαίων στρωμάτων που η οικονομική κρίση υποβαθμίζει ταξικά (42% τον Ιούνιο, +21%, η μεγαλύτερη αύξηση). Το ηλικιακό σχίσμα που αποτυπώθηκε στην ψήφο είναι επίσης «ακραίο» και χωρίς προηγούμενο. Αποδεικνύει ότι η ηλικία διαφοροποιεί σημαντικά τις κοινωνικές στάσεις απέναντι στην κρίση.

Η επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ στους νέους (18-24 ετών) προσέγγισε τον Ιούνιο το 37% (από 20% τον Μάιο, +17%), έναντι μόλις11% της Νέας Δημοκρατίας και 13% της Χρυσής Αυγής. Αντίστροφα, στην ηλικιακή κατηγορία 65 ετών και άνω, εμφάνισε ποσοστό μόλις 13%, ενώ η Νέα Δημοκρατία 48%. Τα έντονα ταξικά-κοινωνικά χαρακτηριστικά της εκλογικής βάσης του αποτυπώθηκαν ανάγλυφα στην εκλογική γεωγραφία της Πρωτεύουσας και αντανακλούν έκδηλα την κοινωνική-ταξική διαίρεση του αθηναϊκού χώρου, (γράφημα 1Β). Η ισχυρότερη επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ (35-40%) εντοπίζεται στα εργατικά και ευρύτερα λαϊκά στρώματα, που συγκεντρώνονται στη συμπαγή ζώνη των περιφερειακών δυτικών και νοτιο-δυτικών δήμων της Αθήνας και του Πειραιά, ενώ η ασθενέστερη (6-11%) στα αμιγώς αστικά προάστια της Βορειοανατολικής και Νοτιοανατολικής ζώνης. Στους κατεξοχήν  μικροαστικούς δήμους και προάστια, ο ΣΥΡΙΖΑ υπερίσχυσε επίσης της ΝΔ, αλλά με σαφώς μικρότερη διαφορά. Η ίδια κοινωνική επικέντρωση παρατηρήθηκε και στο μεγαλύτερο Δήμο της Πρωτεύουσας, το Δήμο Αθηναίων. Στα δυτικά (εργατικά-λαϊκά) διαμερίσματα και συνοικίες του συγκέντρωσε ποσοστά 29-34%, ενώ στα μικροαστικά ανατολικά διαμερίσματα και κυρίως στο (παλιό) αστικό κέντρο κάτω από 25%. Σε γενικές γραμμές, η εκλογική-κοινωνική χωρική κλιμάκωση που προέκυψε, δείχνει εντονότερη από την αντίστοιχη του ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του ΄80, ενώ ο εκλογικός χάρτης του ΣΥΡΙΖΑ στην Πρωτεύουσα, τον Ιούνιο, παρουσιάζει εντυπωσιακές ομοιότητες και με το χάρτη της ΕΔΑ το 1958 (γράφημα 1Α).

 Η ανακοπή της δυναμικής

Ένα χρόνο μετά τις ιστορικές εκλογές του 2012, ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει σήμερα πρώτη δύναμη στους μισθωτούς και τους ανέργους (33,5% – γράφημα 2). Όμως, το τελευταίο 12μηνο έχει υποστεί σημαντικές απώλειες:  1) Στους νέους  18-24 ετών (27%, -10%), ένα μεγάλο τμήμα των οποίων «αδιαφορεί» και «έλκεται» όλο και περισσότερο από την αποχή ή προσανατολίζεται σε αντιεκλογικές πρακτικές. Σε αυτήν την ηλικιακή κατηγορία εξακολουθεί να προηγείται τόσο της ΝΔ (24%), όσο και της Χρυσής Αυγής (19,5%). 2) Στα ευρύτερα εργοδοτικά στρώματα, λόγω της εντεινόμενης κοινωνικής ρήξης (-5%). Οι απώλειες αυτές αντισταθμίζονται από τη σημαντική ενίσχυσή του, μεταξύ των μισθωτών του Δημοσίου Τομέα (41,5%, +8,5% από τις εκλογές), η διάλυση του οποίου εντείνεται.

Μετά τις εκλογές και μέχρι το Νοέμβριο του 2012 ο ΣΥΡΙΖΑ ακολούθησε ξανά έντονα ανοδική πορεία, εισπράττοντας το φθινοπωρινό κύμα της κοινωνικής διαμαρτυρίας που εκδηλώθηκε με την προώθηση του ΙΙΙ Μνημονίου. Στη μέτρηση του Νοεμβρίου 2012, κατέγραψε στην εκτίμηση της Public Issue ποσοστό εκλογικής επιρροής 33%, υψηλότερο ακόμη και από το μεσοδιάστημα των εκλογών του 2012. Τον Δεκέμβριο, η παράσταση νίκης υπέρ του είχε διαμορφωθεί εντυπωσιακά σε 60%, έναντι 25% της ΝΔ.

Εντούτοις, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε να διατηρήσει τα πολιτικά και εκλογικά κέρδη που αποκόμισε κατά την περίοδο όξυνσης της κοινωνικής δυσαρέσκειας, ούτε να πείσει ότι αποτελεί εναλλακτική λύση για τη διακυβέρνηση της χώρας. Από τον περασμένο Δεκέμβριο, η τάση αντιστράφηκε. Το Α’ εξάμηνο του 2013, η πορεία του δείχνει καθοδική (γράφημα 3). Η κυπριακή κρίση (Μάρτιος 2013) άσκησε σημαντική επίδραση στις διαθέσεις του εκλογικού σώματος. Πυροδότησε τις ανησυχίες της κοινής γνώμης και ενεργοποίησε πάλι τα φοβικά αντανακλαστικά της. Παράλληλα, η αναποτελεσματικότητα των κοινωνικών κινητοποιήσεων οδήγησαν σε κάμψη της συμμετοχής και ενίσχυσαν την τάση κοινωνικής απογοήτευσης και εξατομίκευσης. Η ενίσχυση της οικονομικής επισφάλειας και ανησυχίας λειτούργησε πάλι εις βάρος του ΣΥΡΙΖΑ, με αποτέλεσμα την εκλογική του υποχώρηση και την απώλεια της πρώτης θέσης. Παράλληλα, η έλλειψη δυναμικής που καταγράφηκε στις διακυμάνσεις της επιρροής του, άφησε έδαφος για την αναζωπύρωση των αντικομματικών διαθέσεων του εκλογικού σώματος. Η  αποδοκιμασία των πολιτικών κομμάτων, συνολικά, εκδηλώνεται όχι μόνον με την εδραίωση του φαινομένου της Χρυσής Αυγής, αλλά και με την επανεμφάνιση υψηλού ποσοστού των εκτός βουλής κομμάτων. Το τελευταίο τρίμηνο (ύστερα από το Πάσχα) η εκλογική του επιρροή χαρακτηρίζεται μάλλον από στασιμότητα (27,5-28% –γράφημα 3). Χωρίς περαιτέρω δυναμική ανόδου παρέμενε ουσιαστικά -μέχρι την κρίση της ΕΡΤ- στα επίπεδα των εκλογών.

*Δημοσιεύθηκε στην ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ (26/6/2013)

4. To ΠΑΣΟΚ του Ευάγγελου Βενιζέλου – Που εντοπίζεται η συνεχιζόμενη μετεκλογικά φθίνουσα πορεία του κόμματος

Στις βουλευτικές του 2012, η αποδοκιμασία και των δύο κομμάτων της διακυβέρνησης υπήρξε πρωτοφανής. Το ΠΑΣΟΚ τιμωρήθηκε περισσότερο σκληρά για την προσφυγή της Ελλάδας στο ΔΝΤ και την υπογραφή του 1ου Μνημονίου, δύο χρόνια πριν. Συντρίφθηκε εκλογικά και έλαβε, μόλις 13,2% (833.527 ψήφους) και ακόμη λιγότερο στις επαναληπτικές εκλογές του Ιουνίου (755.868, 12,3%). Το πρώτο ποσοστό του ήταν χαμηλότερο ακόμη και από εκείνο που πήρε, όταν πρωτοεμφανίσθηκε στην ελληνική πολιτική σκηνή το 1974 (13,4%).

Με τις εκλογές του Μαΐου, το μεταπολιτευτικό ΠΑΣΟΚ έκλεισε το βιοπολιτικό του κύκλο. Από τις βουλευτικές του Οκτωβρίου του 2009, όταν ο Γιώργος Α. Παπανδρέου επέστρεψε θριαμβευτικά στην εξουσία με ποσοστό 43,9% (3.012.373 ψήφους) και μέσα σε 30 μήνες, μόλις, απώλεσε 2,2 εκατομμύρια ψήφους, αριθμός που αντιστοιχεί στο 31% του ενεργού εκλογικού σώματος (δηλαδή των ψηφισάντων) του 2009. Πρόκειται ασφαλώς για τη μεγαλύτερη εκλογική μετατόπιση που παρατηρήθηκε ποτέ στην μεταπολιτευτική εκλογική ιστορία της χώρας.

 Που διατηρήθηκε

 Ωστόσο, παρά την ιστορική ήττα του, υπήρξαν περιοχές (παραδοσιακά προπύργια), όπου διατήρησε αξιόλογα ποσοστά και παρέμεινε δύναμη «εθνικής εμβέλειας». Το ΠΑΣΟΚ συγκρατήθηκε κυρίως στις αγροτικές περιοχές της χώρας, όπου έλαβε ποσοστό 16%. (Είναι γνωστό ότι η εκλογική μεταστροφή της υπαίθρου ακολουθεί συνήθως με υστέρηση ενός εκλογικού κύκλου). Από το σύνολο των 1034 καποδιστριακών δήμων της χώρας, σε 137 διατήρησε ποσοστά πάνω από 20% (γράφημα 1). Τον Μάιο, σε δύο περιφέρειες έλαβε ποσοστό πάνω 18% (Κρήτη 18,6%, Αν.Μακ-Θράκη 18,4% – λόγω της υπερψήφισής του από τη μουσουλμανική μειονότητα  της Ροδόπης) και σε άλλες δύο πάνω από 16% (Δυτική Ελλάδα 16,2%, Ήπειρος 16,4%). Τον Ιούνιο, υπήρξαν τρεις νομοί όπου συγκέντρωσε πάνω από 20% (Λασίθι 23,9%, Ρέθυμνο 21,7%, Ροδόπη 20,5%), αλλά μόλις σε 11 νομούς συγκρατήθηκε σε ποσοστά πάνω από 15% (π.χ. Γρεβενά 19,3%, Χίος 19%, Ηράκλειο 18,6%, Ευρυτανία 18% Θεσπρωτία 17,5%).

Αντιθέτως το ΠΑΣΟΚ κατέρρευσε κυριολεκτικά στα αστικά κέντρα (11% τον Ιούνιο) και κυρίως στην Πρωτεύουσα, όπου συγκέντρωσε ποσοστό μόλις 8,5%. Στις αμιγώς εργατικές περιοχές των δυτικών προαστίων και του Πειραιά, όπου το 1981 είχε αποσπάσει την απόλυτη πλειοψηφία και το 2009 είχε υπερβεί το 43%, τώρα δεν ξεπέρασε το 10%. Ενδεικτικά, έλαβε στο Περιστέρι 8% (50,9% το 1981), στο Αιγάλεω 9% (52,7% το 1981), στη Νίκαια 7,9% (48,3%) και στο Κερατσίνι 8% (53,7%).

Το 2012, η (εναπομείνασα) εκλογική βάση του ΠΑΣΟΚ εμφάνισε παρόμοια κοινωνικά χαρακτηριστικά με εκείνη της ΝΔ. Επικεντρώθηκε επίσης στους συνταξιούχους (20%), τους ηλικιωμένους (21%, καλύτερη κοινωνικο-οικονομική κατηγορία του), τους κατοίκους της υπαίθρου (16%), αλλά και σε μερίδα των εξασφαλισμένων (17%). Η επιρροή του μεταξύ των μισθωτών, η οποία κάποτε ξεπερνούσε το 50% (και 44% το 2009), συρρικνώθηκε τώρα σε μόλις 7-10% (γράφημα 2).
Σε δημογραφικούς όρους, το εκλογικό ακροατήριο του ΠΑΣΟΚ αποδείχθηκε (όπως της ΝΔ) γερασμένο. Μεταξύ των ψηφοφόρων 65 ετών και άνω απέσπασε ποσοστό 21%, ενώ μεταξύ εκείνων ηλικίας 55-64 ετών, 14%. Σε αυτές τις δύο ηλικιακές ομάδες εντάσσεται το 67% των εκλογέων του ΠΑΣΟΚ.

 Η μετεκλογική πορεία

Η κοινωνική αποδυνάμωση του συγκεκριμένου κομματικού χώρου δεν τερματίστηκε με τις εκλογές. Αντιθέτως, μετά από αυτές επιταχύνθηκε. Το πολιτικό αποτέλεσμα της ιστορικής εκλογικής συντριβής του ΠΑΣΟΚ, τον Μάιο και τον Ιούνιο, στους μήνες που ακολούθησαν, ήταν η περαιτέρω αποδέσμευση παραδοσιακών ψηφοφόρων του. Η πρωτοφανής απόφαση για κατάργηση της οργανωτικής δομής του κόμματος, που επιβλήθηκε αιφνιδιαστικά λίγες μέρες μετά τις εκλογές, επισφράγισε τον εκφυλισμό και τη διάλυση της ιστορικής κομματικής μορφής. Τον Μάρτιο του 2012, πριν από τη βουλευτική αναμέτρηση, συμμετείχαν στην εκλογή του σημερινού Προέδρου (με βάση τα επίσημα στοιχεία) 236.151 μέλη και φίλοι του ΠΑΣΟΚ. Μετά την εκλογή του Βαγγέλη Βενιζέλου, τα στελέχη του και ο Τύπος «της παράταξης» αισιοδοξούσαν: «Ο απρόβλεπτα υψηλός βαθμός συμμετοχής στην ψηφοφορία θέτει ευθέως σε αμφισβήτηση το σύνολο των τελευταίων δημοσκοπικών ευρημάτων, καθώς ο αριθμός των συμμετεχόντων αντιστοιχεί περίπου στο 3,5% του εκλογικού σώματος. Επομένως, σύμφωνα με τις κατάλληλες «αναγωγές», η αφετηρία του ΠΑΣΟΚ σήμερα θα βρισκόταν γύρω στο 22%» (ΤΑ ΝΕΑ 19/3/2012). Όμως, παρά τις διθυραμβικές προσδοκίες του παραταξιακού τύπου, οι εκλογές που ακολούθησαν, μόλις δύο μήνες μετά, το ΠΑΣΟΚ αντί του προσδοκώμενου 22%, αποτέλεσαν μια δυσάρεστη έκπληξη.

Τον Μάρτιο του 2013, ένα χρόνο μετά την εκλογή του Πρόεδρου του και 9 μήνες μετά τις εκλογές και την εξαγγελία του, πραγματοποιήθηκε, τελικά, το 9ο «Συντακτικό» Συνέδριο του κόμματος. Τώρα, στη διαδικασία για την ανάδειξη των εκπροσώπων του κόμματος πήραν μέρος μόλις 112.016 μέλη και φίλοι του υπολειπόμενου ΠΑΣΟΚ (γράφημα 3). Ο συγκεκριμένος αριθμός των συμμετεχόντων στις κομματικές διαδικασίες μας παρέχει μια επιπλέον ασφαλή ένδειξη για τη μετεκλογική απήχηση του κόμματος, ανεξάρτητα από τις δημοσκοπήσεις, που ωστόσο συγκλίνει με τις τελευταίες. Με βάση την ιστορικά διαμορφωμένη αναλογία ψηφοφόρων προς μέλη-φίλους (3.5:1) και αν υποτεθεί ότι η αποχή παραμένει στα επίπεδα των τελευταίων εκλογών, τότε οι εναπομείναντες ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ, δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν σήμερα τις 400-430.000 κοινωνική επιρροή που περιορίζεται στο 6,5%-7% του εκλογικού σώματος, δηλαδή το ½ της τελευταίας εκλογικής του επίδοσης. Στην εκτίμηση αυτή συγκλίνουν, πράγματι, και τα δεδομένα των δημοσκοπήσεων: Από τον περασμένο Οκτώβριο, η εκλογική του επιρροή προσγειώθηκε απότομα σε επίπεδα που δεν ξεπέρασαν ποτέ το 8%, ενώ τους τελευταίους 2 μήνες, πριν την κρίση της ΕΡΤ, είχε περιορισθεί στο 6,5% (γράφημα 4).  Τη μετεκλογική δημοσκοπική κατάρρευση ακολούθησε και η ραγδαία επιδείνωση της εικόνας του Ευάγγελου Βενιζέλου. Οι θετικές κρίσεις για αυτήν από 32-34% πριν τις εκλογές περιορίστηκαν σε 20-24% μετεκλογικά.

 Τα νέα δημογραφικά δεδομένα

Τα δημογραφικά δεδομένα της συνεχιζόμενης -κατά το μετεκλογικό 12μηνο- κοινωνικής του περιθωριοποίησης εμφαίνονται στο γράφημα 2 και είναι πάλι αποκαλυπτικά. Στους εκλογείς κάτω των 55 ετών εμφανίζει ποσοστά 3-5%. Στις δύο ηλιακές κατηγορίες άνω των 55 ετών, διατηρεί ποσοστά 8% και 11%, αντίστοιχα, σημειώνοντας όμως και σε αυτές, σοβαρές απώλειες (6,6-8,5%). Οι συνταξιούχοι ψηφοφόροι του, από 20% στις εκλογές, περιορίσθηκαν στο μισό (-10%), ενώ όπως ήταν αναμενόμενο επιταχύνθηκε μετά τις εκλογές και η εγκατάλειψή του από τους ψηφοφόρους της υπαίθρου. Διόλου τυχαία, η μόνη κοινωνικο-οικονομική κατηγορία του ενεργού πληθυσμού, όπου διατηρεί επιρροή (7%) πάνω από τον μέσο όρο, είναι οι μισθωτοί του Δημοσίου Τομέα (γράφημα 2).

Το σημερινό κομματικό μόρφωμα, διατηρεί μόνον το κέλυφος του ιστορικού κόμματος. Πρόκειται για ένα νέο προσωποπαγές κόμμα, κατά βάση, στελεχών και απασχολούμενων στις διάφορες βαθμίδες του κρατικού μηχανισμού ή ιστορικά και ισχυρά ταυτισμένων ηλικιωμένων ψηφοφόρων, σε περιοχές προπύργια «εκτός των τειχών», το οποίο ο επίγονος των Παπανδρέου κατάφερε να σταθεροποιήσει σε ένα ελάχιστο ποσοστό κοινωνικής-εκλογικής επιρροής· επιρροή που δεν είναι εύκολο να συμπιεστεί περαιτέρω, εάν δεν υπάρξουν μείζονες πολιτικές εξελίξεις. Ταυτόχρονα, σε στοιχειώδες οργανωτικό επίπεδο, εξακολουθεί να κινητοποιεί τοπικά, μερικές δεκάδες χιλιάδες «μέλη και φίλους», όπως πρόσφατα συνέβη με την εκλογή των νέων Νομαρχιακών Επιτροπών. Αντίθετα με μια βερμπαλιστική ρητορική, ένα παρόμοιο πολιτικό σχήμα διασώζεται και αυτό-αναπαράγεται, μόνον μέσω της συμμετοχής του στη νομή της  εξουσίας. Για αυτό και η ένταξη και παραμονή στην κυβέρνηση συνεργασίας του κ.Σαμαρά ωφέλησε σημαντικά τον συγκεκριμένο κομματικό οργανισμό.

Η σταθεροποίηση του νέου κόμματος του κ.Βενιζέλου, σε αυτά τα (χαμηλά) επίπεδα, του επιτρέπει άνετα να παραμένει στο πολιτικό παιχνίδι, ως «συνιστώσα», είτε του «κόμματος του μνημονίου» είτε της υπό ανασύνθεση κεντροαριστεράς, να οργανώνει τις διεθνείς συμμαχίες του και, ταυτοχρόνως, να διατηρεί την ιδιότητα του εκάστοτε κυβερνητικού εταίρου, στο νέο πολυκομματικό κομματικό σύστημα που διαμορφώνεται.

Κατά ειρωνικό τρόπο, αμέσως μετά τις εκλογές του Μαΐου, ο ίδιος ο νέος αρχηγός του ΠΑΣΟΚ χρέωσε την εκλογική καταστροφή και το «σάπισμα» του ΠΑΣΟΚ στον «κυβερνητισμό» του, εξαγγέλλοντας ταυτόχρονα την καταστροφή του «παλιού» και την εκ του μηδενός «αναγέννηση» του κόμματος. Αυτό, βεβαίως, δεν εμπόδισε σε τίποτα την άνευ όρων και ερήμην της διαβόητης «προγραμματικής συμφωνίας» συμμετοχή στην τρικομματική κυβέρνηση, ούτε φυσικά σήμερα την εμπλοκή σε έναν ενεργότερο και, τώρα πλέον, χωρίς καν προγραμματική συμφωνία «κυβερνητισμό».

*Δημοσιεύθηκε στην ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ (27/6/2013)

5. Άνοδος και πτώση της Δημοκρατικής Αριστεράς

Η κυβερνητική κρίση που εκδηλώθηκε με αφορμή την ΕΡΤ οδήγησε στην αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ και σε άδοξο τέλος την τρικομματική κυβέρνηση συνεργασίας. Η εξέλιξη αυτή φέρνει στην επικαιρότητα το ερώτημα, σχετικά με τις προοπτικές του χώρου της «Κεντροαριστεράς». Αυτό το φάσμα του κομματικού εκκρεμούς εκπροσωπήθηκε στις εκλογές του 2012, κατά βάση, από δύο κομματικούς σχηματισμούς, το υπολειμματικό ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΜΑΡ, που το ιδεολογικό και πολιτικό τους στίγμα, αλληλεπικαλύπτεται σε πολύ μεγάλο βαθμό. Οι δύο κομματικοί σχηματισμοί συγκέντρωσαν αθροιστικά στις εκλογές του Ιουνίου 18,5%, πάνω από 1 εκ (1.141.000) ψήφους. Αποτέλεσαν έτσι ένα ισχυρό ανάχωμα στην ορμητική άνοδο της Αριστεράς, το οποίο σήμερα έχει αποσταθεροποιηθεί.

 Στα τρίχρονα της ΔΗΜΑΡ

Την Κυριακή 27 Ιουνίου 2010, η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη, στην οποία συμμετείχαν οι σύνεδροι που αποχώρησαν από τις διαδικασίες του 6ου Συνεδρίου του ΣΥΝ και ορισμένες μικρές ομάδες του χώρου της ανανεωτικής αριστεράς, συνολικά 520 αντιπρόσωποι από ολόκληρη τη χώρα,  ίδρυσαν το κόμμα της Δημοκρατικής Αριστεράς. Το ιδεολογικό στίγμα του νέου φορέα, κωδικοποιήθηκε στο τετράπτυχο: «δημοκρατικός σοσιαλισμός – αριστερός ευρωπαϊσμός – μεταρρυθμιστική στρατηγική – οικολογική εγρήγορση».

Στον πρώτο 1 ½ χρόνο ζωής της και μέχρι τη στιγμή κατάρρευσης του ΠΑΣΟΚ και του Γ.Παπανδρέου (11/2011), η ΔΗΜΑΡ παρέμενε μια μικρή, μάλλον περιθωριακή δύναμη, καταγράφοντας ποσοστά εκλογικής επιρροής, που δεν υπερέβαιναν το 3% (γράφημα 1). Την εντεινόμενη κοινωνική και πολιτική αποδόμηση του ΠΑΣΟΚ, η αποπομπή του Γ.Παπανδρέου τη μετέτρεψε σε ανοικτή κρίση εκπροσώπησης, βυθίζοντας (δημοσκοπικά) στα τάρταρα την επιρροή του τότε κυβερνώντος κόμματος (8%, μέτρηση της Public Issue, Φεβρουάριος 2012) και, αντιστρόφως, εκτινάσσοντας την επιρροή της ΔΗΜΑΡ, σε δυσθεώρητα –για τα δεδομένα και τις δυνατότητες του συγκεκριμένου πολιτικού μορφώματος- ύψη. Στην ίδια μέτρηση,  θα καταγραφεί το μέγιστό ποσοστό επιρροής της ΔΗΜΑΡ, 18%, που εμφανίσθηκε ποτέ μέχρι σήμερα, στα τρία χρόνια ζωής της (γράφημα 1).

Η ΔΗΜΑΡ και το ΠΑΣΟΚ υπήρξαν  εξαρχής συγκοινωνούντα δοχεία, αλλά την άνοιξη του 2012, η ΔΗΜΑΡ δεν διέθετε τις πολιτικές, ιδεολογικές και οργανωτικές προϋποθέσεις για να απορροφήσει και να συγκρατήσει την αχανή μάζα των ψηφοφόρων του ιστορικού ΠΑΣΟΚ, που εγκατέλειπαν τώρα βίαια το κόμμα τους. Για αυτό και εκείνη η εκλογική της επίδοση διατηρήθηκε μόλις για ένα μήνα. Ήδη από τον Απρίλιο του 2012, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. Η αποχώρηση του ΓΑΠ και η διαδοχή ηγεσίας στο ΠΑΣΟΚ αντέστρεψαν, προσωρινά όπως αποδείχθηκε, την τάση υπέρ του και εις βάρος της ΔΗΜΑΡ. Είχε έρθει η ώρα του ΣΥΡΙΖΑ. Διαγράφοντας μια τυπική τροχιά ενός διάττοντος κόμματος (flash party), η ΔΗΜΑΡ θα συγκρατήσει και θα παγιώσει ένα μήνα μετά, στις εκλογές του Μαΐου, μια αρκετά μικρότερη εκλογική επιρροή.

Παρότι, αρχικά, διάσπαση κορυφής του ΣΥΝ, η εκλογική βάση της ΔΗΜΑΡ υπήρξε, εξαρχής, περισσότερο «ΠΑΣΟΚογενής» από ό,τι ο ΣΥΡΙΖΑ. Έξι στους δέκα ψηφοφόροι (60%) της ΔΗΜΑΡ, τον Μάιο του 2012, προέρχονταν από το ΠΑΣΟΚ (είχαν ψηφίσει ΠΑΣΟΚ στις Β2009) και μόλις 14% (1 στους 7) από τον παλαιό ΣΥΡΙΖΑ. Μεταξύ των εκλογέων του τελευταίο (τον Μάιο), προέλευσης ΠΑΣΟΚ ήταν το 37% (σχεδόν 4 στους 10), ενώ από τον παλαιό ΣΥΡΙΖΑ προερχόταν το 20% (2 στους 10).

 Εκλογική γεωγραφία

Η ΔΗΜΑΡ συγκέντρωσε τον Μάιο ποσοστό 6,1% (386.000 ψήφους), επιρροή την οποία διατήρησε και τον Ιούνιο, μάλιστα ελαφρώς αυξημένη λόγω της μεγαλύτερης αποχής (6,3% – 385.000 ψήφοι), παρά την πρωτοφανή πόλωση που αναπτύχθηκε. Στις προεκλογικές δημοσκοπήσεις, η δύναμή της καταγραφόταν υψηλότερη, στοιχείο που δεν επιβεβαιώθηκε στην κάλπη. Ένα ποσοστό δυνητικών ψηφοφόρων της (όπως και του ΠΑΣΟΚ), προτίμησε, τελικά, να ψηφίσει τη Νέα Δημοκρατία, για να αποφευχθεί η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ («ψήφος τακτικής»).

Η κατανομή της ψήφου της υπήρξε ιδιαίτερα ομοιόμορφη γεωγραφικά, (με εξαίρεση την Ροδόπη) και περίπου στα 2/3 των νομών της χώρας κυμάνθηκε, τον Ιούνιο, σε ποσοστά 5-7,9%. Η κλιμάκωση της επιρροής της: αστικές περιοχές 7%, ημιαστικές 6%, αγροτικές 5% είναι επίσης χαρακτηριστική του βαθμού ομοιογένειάς της. Παρατηρήθηκαν, ωστόσο, και κάποιες  ιδιομορφίες. Τον Μάιο, το κόμμα κατέγραψε το υψηλότερο ποσοστό του στην Κρήτη (7,9%), ενώ τον Ιούνιο στην Αν.Μακεδονία-Θράκη (7,2%) για εντελώς διαφορετικό λόγο. Στις δεύτερες εκλογές, έλαβε στη Ροδόπη 17,4% (έναντι 3,9% τον Μάιο), λόγω της μαζικής μεταστροφής μερίδας της μουσουλμανικής μειονότητας του νομού, που ένα μήνα πριν είχε  ψηφίσει μαζικά υπέρ του κόμματος της κ.Μπακογιάννη (ΔΗΣΥ, 17,9%). Σε έξι αμιγώς μειονοτικούς δήμους της Ροδόπης (Φιλλύρας, Αρριανών, Οργάνης, Σώστου, Αμαξάδων και Κέχρου) συγκέντρωσε ποσοστά μεταξύ 35% και 42%.

Με εξαίρεση την Ροδόπη, η εκλογική επίδοση του κόμματος κρίνεται μάλλον καχεκτική. Μόνον σε 7 νομούς ξεπέρασε το 7% (Ηράκλειο, Χίος,  Β’Αθηνών, Κυκλάδες, Β’ Θεσσαλονίκης, Α’ Αθηνών, Τρίκαλα). Αντιθέτως σε 19/56 περιφέρειες βρέθηκε κάτω από 5%, με χαμηλότερο ποσοστό στη Λακωνία (3,7%). Στο σύνολο των 1034 Καποδιστριακών Δήμων της χώρας συγκέντρωσε ποσοστά πάνω από 10% (εκτός των μουσουλμανικών), σε μόλις 19. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται αρκετοί νησιωτικοί δήμοι των Κυκλάδων και ταξιδιωτικοί προορισμοί της άγονης γραμμής: Οία (31,4%), Σχοινούσα (15,4%) Αλόννησος (10,5%) και Ανάφη (10,3%).

 Η κληρονομιά του ΠΑΣΟΚ

Στις τέσσερις εκλογικές περιφέρειες της Πρωτεύουσας (Α’, Β’ Αθηνών–Πειραιώς), όπου συγκέντρωσε (μόνο) το 30% της εκλογικής της δύναμης (περίπου 116.000 ψήφους), η γεωγραφική κλιμάκωση είναι περισσότερο αποκαλυπτική (γράφημα 2). Η ΔΗΜΑΡ παρουσίασε μεγαλύτερες ομοιότητες με την εκλογική γεωγραφία της συντηρητικής παράταξης. Η υψηλότερη επιρροή της (9-10%) εντοπίσθηκε στα ανώτερα και μεσαία στρώματα της βορειο-ανατολικής ζώνης. Σε καλύτερες περιοχές της αναδείχθηκαν τα Βριλήσσια (10,2%), η Πεύκη (9,8%), ο Χολαργός (9,4%), η Νέα Σμύρνη (9,4%) και το Χαλάνδρι (9,3%). Αντιθέτως, στα δυτικά εργατικά και λαϊκά προάστια συγκέντρωσε ποσοστά (5-7%), κάτω από το μέσο όρο της επιρροής της στην Πρωτεύουσα. Στις χειρότερες περιοχές της συγκαταλέγονται το Πέραμα (4,9%), η Αγ.Βαρβάρα (5,1%), το Καματερό (5,3%), ο Ρέντης (5,5%) και η Δραπετσώνα (5,7%). Ταυτόχρονα όμως η Εκάλη (4,3%) και η Βουλιαγμένη (5,7%). Αντίστοιχη κλιμάκωση υφίσταται και στο εσωτερικό του μεγαλύτερου Δήμου του Συγκροτήματος της Πρωτεύουσας, του Δήμου Αθηναίων, μεταξύ ανατολικών (μικροαστικών) και δυτικών (εργατικών-λαϊκών) συνοικιών.

Οι προηγούμενες παρατηρήσεις φέρνουν στην επιφάνεια ένα άλλο ζήτημα. Μετά την κατάρρευση του μεταπολιτευτικού ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΔΗΜΑΡ ανέλαβαν να εκπροσωπήσουν εκλογικά το μεγαλύτερο τμήμα της κοινωνικής συμμαχίας («της Αλλαγής»), που εξέφρασε στη Μεταπολίτευση το ΠΑΣΟΚ. Ωστόσο μεταξύ των δύο πολιτικών «διαδόχων» εμφανίσθηκε ένα βαθύτατο κοινωνικό ρήγμα. Ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ «κληρονόμησε» εκλογικά το μεγαλύτερο τμήμα των λαϊκών-εργατικών στρωμάτων, που μετά τη δικτατορία ακολούθησαν το ΠΑΣΟΚ (και δευτερευόντως το ΚΚΕ), η ΔΗΜΑΡ προσέλκυσε, αντιθέτως, τα ανώτερα-μεσαία στρώματα αυτής της ιστορικής κοινωνικής συμμαχίας, τα οποία λόγω της ταξικής πόλωσης που επέφερε η οικονομική κρίση τείνουν προς τους «από πάνω» και συντηρητικοποιήθηκαν πολιτικά.

 Η εκλογική αποδυνάμωση

Από το φθινόπωρο του 2012 και μέχρι τη φετινή άνοιξη, η ΔΗΜΑΡ  είχε κατορθώσει, σε γενικές γραμμές, να διατηρήσει την επιρροή που απέσπασε στις εκλογές (6,3%). Τον Ιανουάριο, μάλιστα, ωφελούμενη από το γενικότερο πολιτικό κλίμα, προσέγγισε το ανώτερο σημείο μετεκλογικής επιρροής της (7%). Ήδη όμως από το φθινόπωρο του 2012, η εικόνα του κόμματος εμφάνισε αρνητικό ισοζύγιο, ενώ, παράλληλα, είχε αρχίσει να καταγράφεται και η αποδυνάμωση της εικόνας του Φώτη Κουβέλη. Η δεύτερη, πέρασε πλέον σε αρνητικό ισοζύγιο θετικών κρίσεων από τον Φεβρουάριο του τρέχοντος έτους.  Στο χρόνο που κύλησε από τις εκλογές, οι απώλειές της εντοπίζονται, ηλικιακά, κυρίως στους νέους 18-24 ετών (-7%) και κοινωνικά στους μισθωτούς του ΔΤ, όπου η επιρροή της συρρικνώνεται στο ½ (5%, -5%), υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ (γράφημα 3).

Το τελευταίο τρίμηνο, παρότι η εικόνα του κόμματος παρέμενε καλύτερη, μεταξύ των σημερινών κοινοβουλευτικών κομμάτων, η εκλογική φθορά της ΔΗΜΑΡ αποδείχθηκε συνεχής, με αποτέλεσμα η εκλογική της επιρροή τον Ιούνιο, ακριβώς πριν ξεσπάσει η κυβερνητική κρίση, να έχει περιοριστεί σε 4,5% (γράφημα 1). Παράλληλα, λίγο πριν την αποχώρηση από την τρικομματική κυβέρνηση, η δημοφιλία του αρχηγού της βρέθηκε στο ιστορικά χαμηλότερο σημείο της, 42% (Ιούνιος 2013), χωρίς ωστόσο να χάσει την πρώτη θέση. Με βάση το δείκτη την κομματικής ταύτισης, ο συμπαγής πυρήνας της ΔΗΜΑΡ υπολογίζεται σήμερα σε 3,5% του εκλογικού σώματος.

Συμπερασματικά, από το περασμένο φθινόπωρο, η συμμετοχή της ΔΗΜΑΡ στην κυβέρνηση Σαμαρά, διάβρωσε τόσο την εκλογική της επιρροή όσο επίσης και την κοινωνική αποδοχή του πολιτικού αρχηγού της, Φώτη Κουβέλη. Το τελευταίο εξάμηνο, η ΔΗΜΑΡ σημείωσε εκλογικές απώλειες πρωτευόντως προς τον ΣΥΡΙΖΑ (15% των ψηφοφόρων της) και δευτερευόντως, απευθείας, προς τη ΝΔ (5%), σε μια σχέση 2:1.

Πως θα επιδράσει, επομένως, στο εκλογικό σώμα η αποχώρησή της από την κυβέρνηση; Θα αναβαθμιστεί ως αντιπολίτευση και επομένως θα αναχαιτισθούν οι διαρροές της προς τα αριστερά ή και θα ανακάμψει εις βάρος του ΣΥΡΙΖΑ;  Ή αντιθέτως, θα αυξηθούν οι διαρροές της προς το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ, από εκείνους τους ψηφοφόρους της, που συνεχίζουν να προτάσσουν της «ιδεολογίας», τον «υπεύθυνο κυβερνητισμό»; Η ιδεολογική ακτινογραφία των σημερινών ψηφοφόρων του κόμματος ίσως δίνει απάντηση. Στο γράφημα 4, απεικονίζεται η αυτοτοποθέτηση των σημερινών ψηφοφόρων της ΔΗΜΑΡ και του ΠΑΣΟΚ σε πολιτικό-ιδεολογικό ρεύμα. Η συντριπτική πλειοψηφία τους αυτοτοποθετείται στους «Σοσιαλδημοκράτες» (34%) και στους «Σοσιαλιστές» (26%), ενώ περίπου 10% δηλώνουν «Αριστεροί» (5%), «Κομμουνιστές» (2%) ή και «Αντικαπιταλιστές» (2%). Μόλις 7% αυτοχαρακτηρίζονται ως «Φιλελεύθεροι» και 3% ως «Συντηρητικοί ή Χριστιανοδημοκράτες» (αθροιστικά 1 στους 10). Από την άλλη πλευρά, όπως φαίνεται έκδηλα στο ίδιο γράφημα, η ιδεολογική επικάλυψη της εκλογικής βάσης της ΔΗΜΑΡ και του ΠΑΣΟΚ παραμένει μεγάλη και οι διαφορές μικρές. Στα «συγκοινωνούντα δοχεία» οι ροές είναι αμφίδρομες.

*Δημοσιεύθηκε στην ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ (28/6/2013)

 

6. Το ΚΚΕ στην εποχή του Μνημονίου

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας δεν συγκαταλέγεται στις πολιτικές δυνάμεις που ενισχύθηκαν κατά την ταραχώδη 4ετία του Μνημονίου. Έχοντας εδραιωθεί σημαντικά στον εκλογικό κύκλο 2004-2007, από την σταδιακή αποδυνάμωση του ΠΑΣΟΚ, θα συμπιεστεί και πάλι στην απαρχή της κρίσης, από την αιφνιαδιαστική κατάρρευση της ΝΔ και την αναπάντεχη επανάκαμψη του Γ.Παπανδρέου στις εκλογές του 2009. Το ΚΚΕ θα υποχωρήσει από το 8,2% των βουλευτικών του 2007, στο 7,5%, με απώλεια 67.000 ψήφων (γράφημα 1).

Ωστόσο, η κοινωνική ένταση που θα προκαλέσει το Μνημόνιο, από την άνοιξη του 2010 και μετά, θα ενισχύσει την κοινωνική του απήχηση καθ’ όλη τη διάρκεια του 2011 και εντονότερα, μετά το διορισμό της κυβέρνησης Παπαδήμου και την ψήφιση του ΙΙ Μνημονίου (γράφημα 2). Μέχρι την άνοιξη του 2012, το ΚΚΕ «παραμένει στο παιχνίδι», διεκδικώντας με τον τρόπο του την εκπροσώπηση των κοινωνικών δυνάμεων που κινητοποιούνται διάσπαρτα και αναποτελεσματικά. Έτσι, στις πρώτες εκλογές του Μαΐου 2012, θα κατορθώσει να διατηρήσει την εκλογική απήχηση που είχε διαμορφώσει την τελευταία 5ετία, αυξημένη μάλιστα σε σχέση με τις προηγούμενες βουλευτικές (8,5% – 536.000).

 Ιστορική ήττα

Δεν θα συμβεί όμως το ίδιο και τον Ιούνιο. Μέσα στις συνθήκες της πόλωσης, που δημιουργήθηκαν μετά την κατάρρευση του ελληνικού δικομματισμού στις πρώτες εκλογές και της κάθετης ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ θα απολέσει το 27% των ψηφοφόρων του Μαΐου (περισσότερο από 1 στους 4), οι οποίοι στην επαναληπτική αναμέτρηση θα επιλέξουν να υποστηρίξουν τον ΣΥΡΙΖΑ.

Η αντιπαράθεση για την κυριαρχία στην Αριστερά, θα αποβεί συντριπτικά εις βάρος του ΚΚΕ. Η εκλογική ήττα που υπέστη το ΚΚΕ τον Ιούνιο του 2012, είναι η χειρότερη στις τέσσερις δεκαετίες της μεταπολιτευτικής περιόδου· ήττα, ακόμη μεγαλύτερη και από εκείνη των εκλογών του 1993, που ακολούθησαν την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Με ποσοστό μόλις 4,5% κατάφερε να συγκρατήσει τώρα 277.000 ψήφους, την ίδια στιγμή που το έτος-σταθμό 1993 είχε επιβιώσει με 313.000 (ποσοστό επίσης 4,5%). Μέσα σε ένα μήνα, θα εγκαταλειφθεί συνολικά από 259.000 ψηφοφόρους του, δηλαδή το 48% της δύναμης του Μαΐου.

Ο εκλογικός χάρτης του Ιουνίου αποτυπώνει με λεπτομέρεια (στο διοικητικό επίπεδο των Καποδιστριακών Δήμων) τις παραδοσιακές περιοχές της κομμουνιστικής επιρροής, όπου κατόρθωσε να επιβιώσει εκλογικά, όπως ο νησιωτικός χώρος του Αιγαίου και του Ιονίου (γράφημα 3). Η αιτιολόγηση της ψήφου (γράφημα 4) και η ιδεολογική αυτοτοποθέτηση των ψηφοφόρων του (γράφημα 5) είναι ενδεικτικές, όχι μόνο για την ιδεολογική συνοχή του κομματισμού σχηματισμού, αλλά ταυτοχρόνως και για την κοινωνική του περιχαράκωση.

Μετά την ήττα του Ιουνίου και κατά τη διάρκεια του μετεκλογικού 12μήνου, το ΚΚΕ δεν έχει ουσιαστικά καταφέρει να επανακάμψει, αν και ακολουθεί για αρκετούς μήνες, μια αργή αλλά σταθερά συνεχιζόμενη ελαφρώς ανοδική πορεία, εις βάρος του ΣΥΡΙΖΑ. Ως αποτέλεσμα, η εκλογική του επιρροή έχει ενισχυθεί κατά 1,5-2%, σε σχέση με τις εκλογές (6% στην τελευταία μέτρηση Ιουνίου της PI). Η ενίσχυσή του αφορά κυρίως τα αστικά κέντρα (+2,5%), τους μισθωτούς του Ιδιωτικού Τομέα (+4,5%) και τους ανέργους (+3%).

Θα πρέπει τέλος να σημειωθεί, ότι η αλλαγή ηγεσίας που πραγματοποιήθηκε, με την αποχώρηση της επί 22 χρόνια Γ.Γ. του κόμματος, Αλέκας Παπαρήγα και την ανάδειξη στη θέση της, του Δημήτρη Κουτσούμπα, δεν δείχνει μέχρι στιγμής να έχει ασκήσει ευεργετικά αποτελέσματα στην εικόνα και την κοινωνική απήχηση του κόμματος. Έτσι, στην περίπτωση του ΚΚΕ δεν φαίνεται να επαληθεύεται ο κανόνας που λέει ότι τα πολιτικά κόμματα τείνουν σε παρόμοιες περιπτώσεις να ενισχύονται.

 *Δημοσιεύθηκε στην ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ (29/6/2013)

7. Η ακτινογραφία της Χρυσής Αυγής – Ανάδυση και σταθεροποίηση του ακροδεξιού φαινομένου

Η εκλογική ανάδυση και εδραίωση της Χρυσής Αυγής στο κομματικό σύστημα της εποχής του μνημονίου συντελέσθηκε σε 2 φάσεις: α) στην περίοδο Φεβρουαρίου-Μαίου 2012 και β) μετά τις εκλογές. Μέχρι τον Ιανουάριο του 2012, η εκλογική επιρροή της παρέμενε ανύπαρκτη (γράφημα 1). Μετά την ψήφιση του ΙΙ Μνημονίου πυροδοτήθηκαν ραγδαίες αλλαγές στο πολιτικό σκηνικό. Το πολιτικό σύστημα της χώρας εισήλθε σε περίοδο ριζικής αναδόμησης.

 Πολιτικές προϋποθέσεις της ανόδου

Εκτός από τους δομικούς παράγοντες που τροφοδοτούν το ακροδεξιό φαινόμενο, οι πολιτικές προϋποθέσεις που ευνόησαν την άνοδο της ΧΑ, κατά η διάρκεια του 2012, και της επέτρεψαν να καταγραφεί με 7% στις εκλογές του Μαΐου είναι τουλάχιστον τέσσερις: 1) Η νομιμοποίηση της ακροδεξιάς, που το εγχώριο πολιτικό σύστημα επιδίωξε ή αποδέχθηκε, προωθώντας τη συμμετοχή του ΛΑΟΣ στην κυβέρνηση Παπαδήμου, παρότι κοινοβουλευτικά δεν ήταν αναγκαία. 2) Η κατάρρευση της εκλογικής επιρροής του ΛΑΟΣ και της εικόνας του αρχηγού του, που επήλθε, ακριβώς εξαιτίας αυτής της συμμετοχής. Από 9% τον Οκτώβριο του 2011, η πρόθεση ψήφου στο ΛΑΟΣ θα κατρακυλήσει δημοσκοπικά μέχρι τον Απρίλιο του 2012 στο 2%. Θα απολέσει, δηλαδή, μέσα σε 6 μήνες, σχεδόν 7 μονάδες. Στις εκλογές του Μαΐου, με ποσοστό 2,9% θα μείνει τελικά εκτός Βουλής. Η απόπειρα του Γ.Καρατζαφέρη να μετατρέψει ένα κόμμα διαμαρτυρίας σε κυβερνητικό εταίρο δεν πέτυχε. Αντιθέτως, το εκλογικό του ακροατήριο δεν ακολούθησε και έστρεψε το ενδιαφέρον του στην νέα αναδυόμενη δύναμη της ακροδεξιάς, τη Χρυσή Αυγή. 3) Η καθυστερημένη εμφάνιση των ΑΝΕΛ, που συνιστά και τον βασικό ανταγωνιστή στο χώρο της λαϊκής δεξιάς. Οι ΑΝΕΛ ιδρύθηκαν στις 24/2/2012, όταν είχε ήδη καταρρεύσει ο ΛΑΟΣ και είχε αρχίσει ήδη η άνοδος της ΧΑ. Ο Νίκος Μιχαλολιάκος πρόλαβε τον Πάνο Καμμένο. 4) Τέλος, ο μετασχηματισμός της ελληνικής ακροδεξιάς και η ανάδειξη της ΧΑ ευνοήθηκε καθοριστικά από την επιχείρηση κατά της λαθρομετανάστευσης, που κήρυξε ο τότε υπουργός Προστασίας του Πολίτη. Η ανάδειξη της ανασφάλειας και του μεταναστευτικού, του Νόμου και της Τάξης, σε βασικό άξονα της προεκλογικής εκστρατείας γύρισε μπούμερανγκ στα κόμματα της διακυβέρνησης.

 Η τομή των εκλογών

Στις εκλογές του Μαΐου 2012, η ΧΑ έλαβε 441.000 ψήφους (7%). Με την επαναληπτική εκλογή του Ιουνίου εδραίωσε την παρουσία της στην πολιτική σκηνή, διατηρώντας στο ακέραιο την επιρροή της (6,9%, 426.000), παρά την αύξηση της αποχής και κυρίως παρά τη στοχοποίησή της, πλέον, από τα Μέσα Ενημέρωσης. Στις πρώτες εκλογές, 4 στους 10 ψηφοφόρους του νεοπαγούς κόμματος (41%) προήλθαν από τη ΝΔ, 2 στους 10 (20%) από το ΠΑΣΟΚ  και  1 στους 10  (9%) από τον ΛΑΟΣ. Στις εκλογές του Ιουνίου, το 71% των ψηφοφόρων του Μαΐου ξαναψήφισε την ΧΑ. Τα δηλωμένα κριτήρια των ψηφοφόρων της είναι αποκαλυπτικά για τον χαρακτήρα της ψήφου της: Το 29% δήλωσε ότι την ψήφισε για «Διαμαρτυρία» και 27% για το θέμα της «Μετανάστευσης» και των «Συνόρων». Μόνον 1 στους 7 (14%) αιτιολόγησε την ψήφο του με βάση το «Πρόγραμμά» της και 1 στους 8 (13%), λόγω των «Εθνικών θεμάτων» ή από «πατριωτικά αισθήματα»  (γράφημα 5). Η επίδραση της ξενοφοβίας γίνεται εύκολα κατανοητή με μια απλή ανάγνωση του εκλογικού χάρτη του Δήμου Αθηναίων.  Στο μεγαλύτερο δήμο της χώρας (7,8%), συγκέντρωσε τα υψηλότερα ποσοστά της στις περιοχές  με την πυκνότερη παρουσία μεταναστών. Πρόκειται για τις δυτικές και κεντρικές συνοικίες, όπως π.χ. η Πλ.Βάθης (12,1%), η Πλ.Αττικής (11,6%), η Πλ.Αμερικής (11%), το Μεταξουργείο (10,9%), ο Κολωνός (10,2%) και το ιστορικό Κέντρο (10%) (γράφημα 3).

 Εκλογική γεωγραφία

Η εκλογική γεωγραφία της ΧΑ αποκαλύπτει ορισμένα χαρακτηριστικά στοιχεία ιστορικής «συνέχειας» με την εκλογική γεωγραφία της Δεξιάς παράταξης, μεταπολιτευτικής, αλλά και προδικτατορικής. Η Πελοπόννησος (8,95%), η Στερεά Ελλάδα (8,07%), η Αττική (7,6%) και η Κεντρική Μακεδονία (7,2%) αποδείχθηκαν  οι καλύτερες εκλογικές περιφέρειές της. Στις υπόλοιπες, βρέθηκε κάτω από τον εθνικό μέσο όρο της και κάτω από 5%, στην Ήπειρο (4,8%) και στην Κρήτη (3,9%), κυρίως στην ανατολική. Με όρους του παρελθόντος, στην εκλογική της γεωγραφία φαίνεται να αναβιώνει η διαίρεση «Παλαιάς Ελλάδας / Νέων Χωρών». Η Χρυσή Αυγή, εκτός από την Κρήτη, υστερεί στις «Νέες Χώρες»(Θράκη, Αν.Μακεδονία, Δυτ.Μακεδονία, Ήπειρος), και πλεονεκτεί στην «Παλαιά Ελλάδα» (Πελοπόννησος, Στερεά και Αττική). Στους 5 καλύτερους νομούς της, τον Ιούνιο, (ξεπέρασε το 9%), συγκαταλέγονται η Λακωνία (10,9%), η Κορινθία (10%), η Αργολίδα (9,4%), το υπόλοιπο Αττικής (10%), η Β’ Πειραιώς (9,3%), η Βοιωτία (8,8%) και η Εύβοια (8,6%-γράφημα 2). Σε χαμηλότερο γεωγραφικό επίπεδο ανάλυσης κατά νομό, αποδεικνύεται ότι η ΧΑ συγκέντρωσε υψηλότερα  ποσοστά επιρροής, σε περιοχές με πληθυσμούς αρβανίτικης καταγωγής. Πχ. στη Μάνδρα 13,6%, τη Μαγούλα 12,4%, τη Φυλή 12,9%, τα Σπάτα και το Κορωπί 13% (Αττική), στα Δερβενοχώρια 16,4% και στην Τανάγρα 12% (Βοιωτία), στο Μαρμάρι 12% (Ν.Εύβοια), στην Άνδρο (Γαύριο, Μπατσί) 13,4% (Κυκλάδες), στο Κρανίδι 11,5% και στην Ερμιόνη 10,8% (Αργολίδα), στο Σοφικό 18,5% (Κορινθία), στην Τροιζήνα 11,4% και το Αγκίστρι 11,3% (Α’ Πειραιώς) και στη Σαλαμίνα 13% (Β’ Πειραιώς).

 Διάσπαση της κοινωνικής συμμαχίας της Δεξιάς

Στο επίπεδο της εκλογικής βάσης, η Χρυσή Αυγή (όπως και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες) αποτελεί κοινωνική διάσπαση της συντηρητικής παράταξης, η οποία εκδηλώνεται με διττό τρόπο: α) Η αυξημένη επιρροή της στις περιοχές της «Παλαιάς Ελλάδας» υποδηλώνει σαφώς την πολιτική-ιδεολογική παραταξιακή συνέχεια, αλλά και τη στενή σχέση που διατηρεί με τον κρατικό μηχανισμό. β) Από την άλλη πλευρά, η ενισχυμένη παρουσίαση της στα αστικά κέντρα, συσχετίζεται με την παρουσία των ξένων μεταναστών, την αποβιομηχάνιση και την ύπαρξη υψηλής ανεργίας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της πρώτης τάσης αποτελεί η Λακωνία, περιοχή με ανεξίτηλη την επίδραση του εμφυλίου και ισχυρή αντικομμουνιστική παράδοση. Η Λακωνία, εκτός από καλύτερος νομός της ΧΑ (στην Ανατ. Μάνη πήρε 18,6%, στο Οίτυλο 16%) και δεύτερος της ΝΔ, υπήρξε στο δημοψήφισμα του 1974 καλύτερος νομός της Μοναρχίας (59,5%), αλλά και δεύτερος καλύτερος της διάσπασης της Εθνικής Παράταξης, το 1977 (16,2%). Γενικότερα, από τους 15 καλύτερους νομούς της Μοναρχίας, οι 5 (4 στην Πελοπόννησο) συγκαταλέγονται και στους καλύτερους της Χρυσής Αυγής (Λακωνία, Αργολίδα, Κιλκίς, Μεσσηνία και Ηλεία). Αυτό συμβαίνει και με 6, από τους 15 χειρότερους: Όπως και η Μοναρχία, έτσι και η ΧΑ συγκέντρωσε τα χαμηλότερα ποσοστά της, στους 4 νομούς της Κρήτης (Λασίθι , Ηράκλειο, Ρέθυμνο, Χανιά), στη Χίο και τη Λέσβο. Ενώ η Λακωνία υποδηλώνει ομοιότητες και «συνέχεια» με την προδικτατορική και μεταπολιτευτική δεξιά, το κέντρο βάρους της κοινωνικής της επιρροής εστιάζεται αλλού. α) Η ΧΑ δεν διαθέτει ιδιαίτερη επιρροή στις αγροτικές περιοχές (κλιμακώνεται από 6% στις αστικές, σε 7% στις αγροτικές), ενώ αντίθετα στη ΝΔ (και παλιότερα στην ψήφο της Μοναρχίας), η ψαλίδα παραμένει ιδιαίτερα έντονη. Επομένως, τα συντηρητικά αγροτικά στρώματα εξακολουθούν να υποστηρίζουν τη ΝΔ. β) Ο κύριος όγκος της επιρροής της συγκεντρώνεται στα αστικά κέντρα. Όχι όμως ομοιόμορφα. Η ΧΑ υστερεί σημαντικά στις κατεξοχήν αστικές περιοχές. Στα Βόρεια και βορειοανατολικά και Νοτιοανατολικά προάστια της Πρωτεύουσας περιορίσθηκε τον Μάιο, σε ποσοστά κάτω από 5% και τον Ιούνιο κάτω από 4% (Εκάλη 2,3%, Φιλοθέη 2,9%, Ψυχικό 3,7%, Βούλα 4,4%, αλλά 4% και στο Πανόραμα της Θεσσαλονίκης). Αντιθέτως, στις (ιστορικά) κατ’ εξοχήν εργατικές-λαϊκές περιοχές της Πρωτεύουσας, στη συμπαγή δυτική ζώνη της Β’ Αθηνών και κυρίως της Β’ Πειραιώς (9,3%),η επιρροή της υπήρξε διπλάσια (Σαλαμίνα 13%, Ταύρος 11,1%, Πέραμα 10,9%,  Ρέντη 10,3%, Καματερό 9,9%). Εδώ, η εκλογική βάση της Δεξιάς τον Μάιο κυριολεκτικά τριχοτομήθηκε. Ενδεικτικά, στο Περιστέρι, η ΧΑ έλαβε 8,4%, η ΝΔ μόλις 9,9% και οι ΑΝΕΛ προηγήθηκαν και των δύο με 10,8%. Το ίδιο συνέβη στο Αιγάλεω (ΧΑ:7,9%, ΝΔ: 10,3%, ΑΝΕΛ: 11,6%), στο Κερατσίνι (ΧΑ:9,4%, ΝΔ: 8,7%, ΑΝΕΛ: 12,6%) και στη Νίκαια (ΧΑ:8,7%, ΝΔ: 8,9%, ΑΝΕΛ: 11,4%).

Η ανατροπή του κοινωνικού συμβολαίου της Μεταπολίτευσης, που επιχειρεί η νεοφιλελεύθερη πολιτική του Μνημονίου, έχει ως αποτέλεσμα να διαρραγεί η κοινωνική συμμαχία που συγκρότησαν μετεμφυλιακά οι κυρίαρχες τάξεις στην Ελλάδα. Σε ανοικτό κομματικό ανταγωνισμό, με το άλλο τμήμα της αντιμνημονιακής Δεξιάς, τους Ανεξάρτητους Έλληνες, η ΧΑ φιλοδοξεί να αναλάβει την εκπροσώπηση των συντηρητικών λαϊκών, εργατικών, αλλά και «υπο-προλεταριακών» ερεισμάτων της καραμανλικής μεταπολιτευτικής ΝΔ, που δεν ακολουθούν πλέον τον Α.Σαμαρά.

Θα πρέπει τέλος να επισημανθεί, ότι η ΧΑ διατηρεί ισχυρούς δεσμούς πολιτικής εκπροσώπησης και με τον στενό πυρήνα του κρατικού μηχανισμού. Αυτό το γεγονός, με προφανή πολιτική σημασία, αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στην εκλογική συμπεριφορά των Σωμάτων Ασφαλείας. Σύμφωνα με μια εμπειρική εκτίμηση, προκύπτει, ενδεικτικά, ότι στους Αμπελόκηπους (27ο και 28ο εκλογικό διαμέρισμα του ΔΑ), όπου ψήφισε το προσωπικό της Δ/νσης Άμεσης Δράσης Αττικής (Ζ, ΔΙΑΣ, ΔΕΛΤΑ), η ΧΑ έλαβε τον Μάιο ποσοστό 50,7%, ενώ στην Καισαριανή (1ο εκλογικό διαμέρισμα), όπου ψήφισε τοπροσωπικό των Αστυνομικών Επιχειρήσεων Αττικής (ΥΜΕΤ-ΥΑΤ-ΜΑΤ), ποσοστό 46,7%, μεταβάλλοντας ταυτόχρονα και την παραδοσιακή πολιτική φυσιογνωμία του ιστορικού Δήμου (γράφημα 4).

 Το μετεκλογικό άλμα

Η διπλή εκλογική επιτυχία της ΧΑ δημιούργησε δυναμική στο εκλογικό σώμα και ώθησε σε νέα ύψη της κοινωνική της απήχηση. Μετεκλογικά, η ΧΑ ενισχύθηκε στους νέους 18-24 ετών (19,5% +6,5%) και αναδείχθηκε σε 3ο κόμμα. Ταυτόχρονα, διεύρυνε την παρουσία της και στις μεσαίες ηλικιακές ομάδες. Ενισχύθηκε επίσης στους ανέργους (18%, +6%), όπου είναι 2η δύναμη μετά τον ΣΥΡΙΖΑ, στις νοικοκυρές (13%, +10% – η μεγαλύτερη αύξηση) και στους συνταξιούχους (9%, +6%), όπου εξακολουθεί να υστερεί σημαντικά.

Η ανοδική της τάση τερματίσθηκε το φθινόπωρο, έχοντας προσεγγίσει τον Οκτώβριο, στην εκτίμηση εκλογικής επιρροής της PI, το 12%. Στο Α’ εξάμηνο του 2013, με μικρές διακυμάνσεις, η επιρροή της έχει σταθεροποιηθεί, σε επίπεδα της τάξης του 10-12%. Τους τελευταίους 2 μήνες, που προηγήθηκαν της κρίσης της ΕΡΤ, παρέμενε σε 11,5% (γράφημα 1). Με μια παράλληλη εκτίμηση, η οποία στηρίζεται στο δείκτη κομματικής ταύτισης, ο σκληρός πυρήνας της ΧΑ υπολογίζεται σε  3,7% και ο άμεσο περίγυρος σε 6,9%, αθροιστικά σε 10,7%.

Η ΝΔ με τη στροφή δεξιά (η οποία προφανώς θα συνεχισθεί) και την κλιμάκωση του νέου αυταρχικού κρατισμού μπορεί ενδεχομένως να έχει συγκρατήσει την περαιτέρω άνοδο της ΧΑ, δεν έχει εντούτοις καταφέρει να τη συμπιέσει στο ελάχιστο. Στο Α’ εξάμηνο του 2013, τα ¾ (75%) των ψηφοφόρων της ΧΑ, το 2012, παραμένουν σταθεροί στην κομματική τους επιλογή, ενώ το εκλογικό ακροατήριο του κόμματος έχει διευρυνθεί περαιτέρω, εις βάρος τόσο της ΝΔ όσο και των ΑΝΕΛ. Λόγω της επιπρόσθετης μετεκλογικής μαζικοποίησης της επιρροής της, οι «παλαιοί» ψηφοφόροι της αντιπροσωπεύουν πλέον μόνον 1 στους 2 (47%) των σημερινών. Εκείνοι που έχουν προστεθεί, προερχόμενοι από τη ΝΔ, αποτελούν το 15%, οι προερχόμενοι από τους ΑΝΕΛ το 10% και από τον ΣΥΡΙΖΑ το 7%. Η μάχη για τη Δεξιά συνεχίζεται.

 *Δημοσιεύθηκε στην ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ (1/7/2013)

 

8. Ποιοι είναι οι Ανεξάρτητοι Έλληνες

Τον Νοέμβριο του 2011, η επιμονή του βουλευτή Β΄ Αθηνών της ΝΔ Πάνου Καμμένου, να μη δώσει ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση Λ.Παπαδήμου, τον οδήγησε εκτός Κοινοβουλευτικής Ομάδας. Τρεις μήνες μετά, στις 24 Φεβρουαρίου 2012, μέσω των προσωπικών του ιστοσελίδων κοινωνικής δικτύωσης, στο Facebook και στο Twitter, ο Πάνος Καμμένος ανακοίνωσε την ίδρυση του νέου κόμματος.

Οι ΑΝΕΛ εμφανίσθηκαν κατά την περίοδο που εκδηλώθηκε η κατάρρευση του μεταπολιτευτικού δικομματισμού και η ανοικτή αποδέσμευση του συντηρητικού εκλογικού σώματος από τις ιστορικές κομματικές του ταυτίσεις. Ας σημειωθεί, ότι όταν ιδρύονται οι ΑΝΕΛ, γνωρίζουμε με βάση τις έρευνες κοινής γνώμης, ότι έχει ήδη καταρρεύσει η εκλογική επιρροή του ΛΑΟΣ και έχει ήδη αποδομηθεί η εικόνα του Γ.Καρατζαφέρη, λόγω της συμμετοχής του στην κυβέρνηση. Ταυτόχρονα, οι ΑΝΕΛ και ο αρχηγός τους θα αποδειχθούν «άτυχοι», διότι εν τω μεταξύ είχε ήδη αρχίσει η άνοδος της Χρυσής Αυγής, απορροφώντας ένα τμήμα της κοινωνικής και πολιτικής δυσαρέσκειας των ψηφοφόρων της Δεξιάς (γράφημα 1).

Κόμμα με λιγότερο από 3 μήνες ζωή, αρκετά likes, αλλά χωρίς οργάνωση και μέλη, και παρότι δεν διέθετε σημαντικά πολιτικά στελέχη, εκτός από τον αρχηγό του, οι ΑΝΕΛ θα εισπράξουν ένα σημαντικό μερίδιο της δεξιάς διαμαρτυρίας (γράφημα 2). Στις εκλογές του Μαΐου, θα αναδειχθούν 4ο κόμμα, με ποσοστό 10,6% και 671.000 ψήφους, εκλέγοντας για λίγες μέρες και 33 Βουλευτές.  Δύναμη πανεθνικής εμβέλειας, θα συγκεντρώσουν σε 6 από τις 13 περιφέρειες της χώρας ποσοστά πάνω από 10%. Στο Ν.Αιγαίο, μάλιστα, ιδιαίτερη πατρίδα του αρχηγού τους,  με 15,8%, αναδείχθηκαν 2ο κόμμα, μετά τη ΝΔ, υπερκεράζοντας όχι μόνον το ΠΑΣΟΚ, αλλά και τον ΣΥΡΙΖΑ. Η κομματική προέλευση των ψηφοφόρων του κόμματος ήταν παρεμφερής με εκείνη της Χρυσής Αυγής: Σχεδόν 1 στους 2 (47%) προήλθε από τη ΝΔ, λιγότεροι από 1 στους 5 από το ΠΑΣΟΚ (17%) και 7% από τον ΛΑΟΣ.

Η ορμητική εμφάνιση στο κομματικό σκηνικό δεν είχε συνέχεια. Η πόλωση που θα ακολουθήσει, στο μεσοδιάστημα μεταξύ Μαΐου και Ιουνίου, θα έχει ως αποτέλεσμα τη σημαντική συρρίκνωση του νεοαποκτηθέντος εκλογικού ακροατηρίου, περίπου κατά το 1/3 (-3,1%). Στις επαναληπτικές εκλογές, οι ΑΝΕΛ θα υποστούν αμφίπλευρες απώλειες, συγκρατώντας (το διόλου ευκαταφρόνητο βέβαια) 7,5% και 462.000 ψήφους, που αντιστοιχούσαν πλέον σε 20 βουλευτές.

Το γεγονός ότι η εκλογική επιρροή των ΑΝΕΛ υπέστη σημαντική απομείωση, σε αντίθεση με τη Χρυσή Αυγή που θα συγκρατηθεί, απέδειξε εξ αρχής, ότι η ψήφος των ΑΝΕΛ ήταν λιγότερο συνεκτική από την ψήφο στην ΧΑ. Η συσπείρωση των ψηφοφόρων του νεοπαγούς κόμματος του Π.Καμμένου προσέγγισε τον Ιούνιο μόλις το 53% των ψηφοφόρων του Μαίου, έναντι 94% της ΝΔ, 85% του ΣΥΡΙΖΑ, 79% του ΠΑΣΟΚ και –σημαντικότερο- 70% της ΧΑ. Οι διαρροές του κατευθύνθηκαν προς τον ΣΥΡΙΖΑ, σε ποσοστό 21%,  προς τη ΝΔ σε ποσοστό 16% και προς τη ΧΑ, σε ποσοστό 5%.

 Εκλογική γεωγραφία

 Σε καλύτερες περιφέρειες για τους ΑΝΕΛ αναδείχθηκαν, τον Μάιο, εκτός από το Νότιο Αιγαίο, η Στερεά Ελλάδα (12,1%), η Αττική (11,4%), και η Μακεδονία, Κεντρική (11,5%) και Δυτική (10,5%), ενώ σε χειρότερες (<8%), η Ήπειρος (7,7%), το Ιόνιο (7,8%) και η Πελοπόννησος (7,9% – γράφημα 3). Η τελευταία, είναι και η μόνη περιφέρεια, όπου η ΧΑ θα ξεπεράσει τους ΑΝΕΛ, τον Μάιο με 9,6%. Τον Ιούνιο, όμως, η ΧΑ θα προηγηθεί των ΑΝΕΛ, σε 3: εκτός από τη Πελοπόννησο, θα προστεθεί τώρα η Δυτική Ελλάδα και το Ιόνιο. Ο κομματικός ανταγωνισμός για την κληρονομιά της λαϊκής Δεξιάς έχει αρχίσει. Τον Ιούνιο, οι ΑΝΕΛ δεν θα υπερβούν πουθενά το 10%, σημειώνοντας παντού απώλειες (τις μεγαλύτερες στο Ν.Αιγαίο -6,2%, που διατηρήθηκε ωστόσο ως η καλύτερη περιφέρεια του κόμματος). Μετά τη συρρίκνωση, καλύτεροι νομοί θα παραμείνουν η Δράμα (10,1%), η Καστοριά (10%), οι Κυκλάδες (9,6%), τα Δωδεκάνησα (9,6%) και η Αττική (9,5%).

Η συγκριτική εξέταση της εκλογικής γεωγραφίας των δύο βασικών κομματικών διασπάσεων της Δεξιάς (ΑΝΕΛ, ΧΑ), αποκαλύπτει ομοιότητες για την κλιμάκωση της κοινωνικής τους επιρροής στην Αττική, τη Στερεά, την Ήπειρο, τη Θεσσαλία και την Κρήτη. Από την άλλη, σημαντικές αποκλίσεις καταγράφονται στη Μακεδονία, κυρίως την Ανατολική, τη Θράκη, το Αιγαίο και κατεξοχήν στην Πελοπόννησο. Εκεί, σε αντίθεση με τη ΧΑ, οι ΑΝΕΛ εμφανίζουν ιδιαίτερα χαμηλή επιρροή και δεν κατάφεραν να διεμβολίσουν σοβαρά τη κυριαρχία της ΝΔ.

 Τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της εκλογικής υποστήριξης

 Τον Μάιο, στους περιφερειακούς δήμους του Λεκανοπεδίου, η ΝΔ με ποσοστά 12,4% στη Β΄Αθηνών και 9,8% στην Β’ Πειραιώς κυριολεκτικά θα συντριβεί. Η συντηρητική παράταξη εμφανίσθηκε εντελώς κατακερματισμένη, ενώ στους δήμους της δυτικής ζώνης, με εργατική και λαϊκή κοινωνική σύνθεση, η τριχοτόμηση, μεταξύ ΝΔ, ΑΝΕΛ και ΧΑ υπήρξε εντυπωσιακή: Στο Περιστέρι, η ΝΔ συγκέντρωσε μόλις 9,9%, η ΧΑ 8,4% και οι ΑΝΕΛ 10,8%, στο Αιγάλεω, αντίστοιχα, η ΝΔ 10,3%, η ΧΑ 7,9%, αλλά οι ΑΝΕΛ 11,6%, ενώ το ίδιο συνέβη και στους περιφερειακούς δήμους του Πειραιά, πχ. στο Κερατσίνι  (ΝΔ 8,7%, ΧΑ 9,4%, ΑΝΕΛ 12,6%) και τη Νίκαια (ΝΔ 8,9%, ΧΑ 8,7%, ΑΝΕΛ 11,4%). Συνολικά, το κόμμα του Π.Καμμένου, θα ξεπεράσει το 10%, σε 98 από 122 Δήμους και κοινότητες της Αττικής, σε 9 το 15% και σε 2 το 25% (στο Μαρκόπουλο Ωρωπού, 28,5% και στον Ασπρόπυργο, 25,6%). Τα υψηλότερα ποσοστά του καταγράφονται στις κατεξοχήν λαϊκές και εργατικές περιοχές (Καματερό 13,2%, Αγ.Βαρβάρα 12,8%, Ίλιον 12,1%) και τα χαμηλότερα στις κατεξοχήν αστικές (Φιλοθέη 5,1%, Ψυχικό 6,1%, Εκάλη 6,9%).

Ταυτόχρονα, όμως, τον Μάιο, η εκλογική του επιρροή δεν θα περιοριστεί μόνο στις λαϊκές περιοχές. Εξίσου σημαντική επιρροή θα καταγραφεί και στα εύπορα προάστια της νότιας και παραλιακής ζώνης (Καλλιθέα 13%, Άλιμος 12,3%, Γλυφάδα 12%, Παλαιό Φάληρο 11,9%), με αποτέλεσμα η κοινωνική του απήχηση να εμφανίζεται σχετικά «οριζόντια». αυτήν τη διευρυμένη κοινωνική επιρροή Δεν θα καταφέρει να διατηρήσει και τον Ιούνιο. Στις περιοχές των μεσαίων και ανώτερων συντηρητικών στρωμάτων που ακολούθησαν αρχικά τους ΑΝΕΛ, η μεταστροφή και η κοινωνική συσπείρωση στη ΝΔ  θα αποδειχθεί τον Ιούνιο μεγαλύτερη. Σε δήμους, όπως η Καλλιθέα, η Ν.Σμύρνη, το Π.Φάληρο και η Γλυφάδα, θα απολέσει το 35-37% της δύναμης του Μαΐου. Αντιθέτως, στις λαϊκές-εργατικές (Περιστέρι, Αιγάλεω, Κερατσίνι, Νίκαια) η δύναμη του κόμματος θα συγκρατηθεί περισσότερο και οι απώλειες θα περιοριστούν σε 24-29%.

 Μετά τις εκλογές

 Οι ΑΝΕΛ δεν διαθέτουν την ιδεολογική συνοχή που εμφανίζει η ΧΑ. Η διαφορά που αποκαλύπτεται, με βάση τον ιδεολογικό αυτοπροσδιορισμό των ψηφοφόρων των δύο κομμάτων είναι οφθαλμοφανής (γράφημα 4). Ο χαρακτήρας της εκλογικής υποστήριξης, που εξασφάλισαν οι ΑΝΕΛ στις εκλογές του 2012, αποδείχθηκε ως ένα βαθμό ευάλωτος. Από την άλλη πλευρά, οι πολιτικές συνέπειες του Μνημονίου δεν έχουν προφανώς αναιρεθεί. Η βαθύτατη κοινωνική, πολιτική και ιδεολογική διαίρεση που εγγράφηκε, κάθε άλλο παρά έχει απορροφηθεί (γράφημα 5). Το αντίθετο.

Οι Ανεξάρτητοι Έλληνες αποτέλεσαν, μέχρι τις διπλές εκλογές του 2012, τη μαζικότερη διάσπαση της εκλογικής βάσης της ΝΔ, που προκλήθηκε από την εφαρμογή του Μνημονίου, με δευτερεύουσα πλευρά αυτής της διαδικασίας την εμφάνιση της Χρυσής Αυγής. Μετά τις εκλογές, οι ρόλοι αντιστράφηκαν. Στο μετεκλογικό 12μηνο, οι ΑΝΕΛ παραγκωνίσθηκαν από τη Χρυσή Αυγή στο ρόλο της πρωτεύουσας διάσπασης. Συνιστούν τώρα τη δευτερεύουσα πλευρά της, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η εκλογική τους επιρροή δεν παραμένει επίσης σημαντική. Εξαιτίας των κοινωνικών της χαρακτηριστικών, η απήχηση του κόμματος επέδειξε στο μετεκλογικό δωδεκάμηνο αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, παρά τη διάσπαση κορυφής που έπληξε την ηγεσία του, τον Δεκέμβριο του 2012.  Ένα χρόνο μετά τις εκλογές, η επιρροή τους μπορεί να έχει συρρικνωθεί (τους τελευταίους δύο μήνες καταγράφηκε σε επίπεδα της τάξης του 6% – γράφημα 1), αλλά δείχνει κοινωνικά αποκρυσταλλωμένη. Σε συνθήκες εντεινόμενης κοινωνικής κρίσης, τόσο η εκλογική συντήρηση των Ανεξάρτητων Ελλήνων, όσο και η ισχυροποίηση της Χρυσής Αυγής, καθιστούν το εξελισσόμενο εγχείρημα «αναγέννησης» του βασικού κόμματος της συντηρητικής παράταξης, της ΝΔ, αρκετά δύσκολο.

*Δημοσιεύθηκε στην ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ (2/7/2013)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Στέλιος Ελληνιάδης

ΑΠΟΨΕΙΣ & ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο

του Βένιου τα καμώματα

Καιρός ήταν να μπούμε στην ψηφιακή εποχή. Μιας που έτσι κι αλλιώς γράφω, όσοι ενδιαφέρονται μπορούν να διαβάσουν εδώ είτε δικά μου κείμενα είτε κείμενα που τράβηξαν την προσοχή μου. Καλως ήρθατε!

ΣΥΡΙΖΑ/EKM Χολαργού - Παπάγου

Μονόδρομοι υπάρχουν μόνο όταν ο καθένας πορεύεται μόνος του

AΡΧΕΙΟ ΕΝΘΕΜΑΤΩΝ 2010- 8.5.2016

Επιμέλεια: Στρατής Μπουρνάζος - Συντακτική ομάδα: Μάνος Αυγερίδης, Μαρία Καλαντζοπούλου, Ιωάννα Μεϊτάνη, Στρατής Μπουρνάζος

The WordPress.com Blog

The latest news on WordPress.com and the WordPress community.

Αρέσει σε %d bloggers: