«ΓΙΑΤΙ ΔΙΑΔΗΛΩΝΟΥΜΕ ΣΤΟ ΤΟΥΡΚΙΚΟ ΠΡΟΞΕΝΕΙΟ, ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ;»

Αναδημοσίευση από το iskra.gr άρθρου του Άρη Τόλιου*

 

Οι πολύ πρόσφατες εξελίξεις στην Τουρκία δίνουν μια ακόμα αφορμή για να ξεκινήσει ένας διάλογος, ο οποίος, παρότι θα μπορούσε να είναι εξαιρετικά γόνιμος, εμπλουτίζοντας την παλέτα των νέων μορφών που λαμβάνουν τα κοινωνικά κινήματα αντίστασης ανά τον κόσμο, καταλήγει να γίνεται στείρος, φτωχός και να αγωνιά να αποδείξει συμπεράσματα καθόλου αυτονόητα. Όπως πολλές φορές ο σκύλος καταλήγει να κυνηγάει την ουρά του, έτσι και σε αυτή την περίπτωση, η εκτός Τουρκίας Αριστερά επιχειρεί νοηματικά άλματα (σε βαθμό κακουργήματος…) για να επιβεβαιώσει τις κυρίαρχες αναλύσεις της. Η δε ανάλυση της εν λόγω χώρας γίνεται πολλές φορές πρόχειρα, επιπόλαια και γραμμικά, καταλήγοντας σε αποτελέσματα ακριβώς αντίθετα των επιθυμητών.

 Τα παραπάνω πρέπει να γραφούν ως πρόλογος, προτού καταλήξουμε πάλι να διαδηλώνουμε, χωρίς να ξέρουμε ακριβώς για ποιο λόγο και με ποιο σκοπό. Γι’ αυτό, ίσως αξίζει να παρατεθούν κάποια δεδομένα, που θα βοηθήσουν την –ελπίζω– ασφαλέστερη εξαγωγή εκτιμήσεων.

ΜΙΑ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ

Η εγκαθίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας του 1923 συνοδεύτηκε – όπως συχνά γίνεται – και με την πολύμορφη οικοδόμηση του τουρκικού έθνους – κράτους[1], με στόχο το βίαιο πέρασμα της πολιτικά χρεοκοπημένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας. Με αυτή την έννοια,η έννοια της Τουρκικής Δημοκρατίας είναι σύμφυτη με το ιδεολογικό πλαίσιο που ονομάζεται «κεμαλισμός». Ο τελευταίος αναφέρεται σε ένα πλαίσιο έξι θεμελιωδών αξιωμάτων: ρεπουμπλικανισμός, εθνικισμός, λαϊκισμός, κοσμικότητα, κρατισμός, επαναστατικότητα.

Πρέπει να τονιστεί ότι ο κεμαλισμός ξεπερνάει την ιδεολογικοπολιτική τοποθέτηση του ίδιου του Μουσταφά Κεμάλ ή του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος (CHP) και επί της ουσίας, είναι ένα πλαίσιο αρχών οικοδόμησης ενός σύγχρονου –για την εποχή του– «έθνους–κράτους». Με αυτή την έννοια, η ίδια η επιβίωση της Τούρκικης Δημοκρατίας έχει παγιωθεί να κινείται εντός αυτού του πλαισίου – όταν δε συμβαίνει αυτό, απειλείται η υπόσταση της.

Υπεύθυνο υποκείμενο που θα «κρίνει» αν απειλείται η υπόσταση της και de facto «θεματοφύλακας» της Τουρκικής Δημοκρατίας είναι ο στρατός, από τις τάξεις του οποίου εξάλλου αναδείχθηκε και ο ίδιος ο Κεμάλ. Έτσι, τα στρατιωτικά πραξικοπήματα του 1960, του 1971 και του 1980 (καθώς και το «μεταμοντέρνο πραξικόπημα» του 1997 ή το «άτυπο πραξικόπημα» του 2002) επικαλούνται διαρκώς την ανάγκη προστασίας της Τουρκικής Δημοκρατίας… μέσω Χούντας!

Συνήθως αυτή η επίκληση χρησιμοποιείται ενάντια σε δυνάμεις που κατηγορούνται ως «αντικεμαλικές»: είτε τα εργατικά και κοινωνικά κινήματα (π.χ. το πραξικόπημα του 1970) είτε οι δυνάμεις που προσκολλούνται, με τον έναν ή άλλο τρόπο, στο Ισλάμ. Αυτές κατάφερε να συσπειρώσει και να τις αφηγηθεί συνεκτικά και προσεκτικά ο Ρ.Τ. Ερντογάν ως «πολιτικό Ισλάμ» κατά την τελευταία δεκαετία της διακυβέρνησης του. Βεβαίως, αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι οι σχέσεις του κυβερνόντος ισλαμικού κόμματος (ΑΚΡ) με το στρατό συνιστούν μια διαρκή διελκυστίνδα τρόμου, το σημείο ισορροπίας της οποίας όμως φαίνεται να βγάζει πάντα νικητή τον Ερντογάν[2]. Σχεδόν μόνιμο σημείο αντιπαράθεσης αυτής της συμβολικής σύγκρουσης (και εν τέλει, δικαίωσης της πολιτικής Ερντογάν) αποτελεί το κουρδικό ζήτημα: κάθε όξυνση του ζητήματος δίνει την ευκαιρία στο CHP να τροφοδοτήσει την εθνικιστική έξαρση, με μικροπολιτική σκοπιμότητα˙όμως, κάθε φορά, ο –ομολογουμένως επιδέξιος και ικανότατος– Ερντογάν φαίνεται να καταφέρνει να βγαίνει νικητής από την αντιπαράθεση, χρησιμοποιώντας άλλοτε τη στρατηγική (βλ. πολιτική «κλειστών μετώπων» του υπ. Εξωτερικών Α. Νταβούτογλου) και άλλοτε την τακτική (βλ. παραίτηση του ηγέτη του CHP Ν. Μπαϊκάλ το 2010, λόγω αποκάλυψης ροζ σκανδάλου…).

ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΔΙΠΟΛΑ ΕΝ ΤΗ ΑΠΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Μέσα σε αυτό το πλέγμα, το οποίο συμπυκνώνεται σχηματικά στο δίπολο «κοσμοπολιτική ισλαμική δημοκρατία» – «φιλοδυτική δημοκρατία, με έντονο το στρατιωτικό παράγοντα», γίνεται σαφές ότι η Αριστερά έχει βρει ιστορικά ελάχιστα περιθώρια σημαντικής παρουσίας στην κεντρική πολιτική σκηνή της Τουρκίας. Οι λόγοι για αυτό μπορούν να αναλυθούν σε πάρα πολλούς, ωστόσο για την οικονομία του κειμένου, θα επικεντρωθούμε σε τρεις:

Α. η γενική αδυναμία της τουρκικής Αριστεράς να υπερβεί τις θεμελιακές μεταρρυθμίσεις του Κεμάλ, καταλήγοντας να αποδέχεται το συστημικό πλαίσιο της Τουρκικής Δημοκρατίας και να καθίσταται επί της ουσίας «κεμαλική», παρά τις επαναστατικές αφηγήσεις των οργανώσεων της

Β. η αδυναμία της να ηγηθεί των κοινωνικών, πνευματικών και δημοκρατικών κινημάτωνμεταπολεμικά, με συνέπεια να ηγεμονεύσουν ιδεολογικά σε αυτά οι ισλαμικές δυνάμεις που «στραγγαλίζονταν» από τη βίαιη κεμαλική εκκοσμίκευση και τη μηδενική ανοχή στη θρησκευτική έκφραση

Γ. ο πολυκατακερματισμός της σε ουσιαστικά ασήμαντες οργανώσεις και υποσύνολα, με μόνιμες ιδεολογικοποιημένες επικλήσεις στην εργατική τάξη, μικρές κοινωνικές αναφορές και ισχνή πολιτική αποτύπωση.

Έτσι, οι πολιτικές ισορροπίες στην Τουρκία, είτε το θέλουμε είτε όχι, κατά τον τελευταίο αιώνα, υπερβαίνουν τον παραδοσιακό άξονα «αριστερά – δεξιά» – τουλάχιστον με τους όρους που έχουμε γνωρίσει στην Ευρώπη. Μέσα, λοιπόν, σε αυτό το «εγκλωβισμένο» πεδίο, διεξάγονται όλες οι πολιτικές μάχες στην Τουρκία, με κορυφαία επίδικο τους συσχετισμούς κεμαλιστών – ισλαμιστών και μέσα σε αυτό το πρίσμα πρέπει να ιδωθούν όλες οι καταστάσεις που κατά καιρούς διαδραματίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΚΑΙΡΟΣΚΟΠΙΣΜΟΣ ΠΑΝΩ ΣΕ ΠΤΩΜΑΤΑ ΔΙΑΔΗΛΩΤΩΝ

Η ιστορία των ομολογουμένως συγκλονιστικών συγκρούσεων διαδηλωτών και αστυνομίας στην Κωνσταντινούπολη έχει ως αφετηρία την αντίθεση πολιτών στην ανέγερση εμπορικού κέντρου εις βάρος της ποιότητας ζωής των κατοίκων της πόλης και κατά παραβίαση όρων δόμησης. Αναμφίβολα, ο αυταρχισμός των αρχών ήταν αυτός που πυροδότησε ένα εξεγερσιακό κλίμα αντίστασης, το οποίο εκφράστηκε σε μαζικότατες συγκεντρώσεις και όξυνση της καταστολής, αφήνοντας πίσω του ακόμα και νεκρούς.

Ήδη από τις πρώτες μέρες, το διαδικτυακό κάλεσμα που κυκλοφορούσε, ζητούσε από τους χρήστες να το διασπείρουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Σε αυτό, αναφέρεται πως «η Τουρκική Δημοκρατία βρίσκεται σε κίνδυνο» και «πως το αστυνομικό κράτος καταστολής που δημιουργήθηκε από το AKP του Ταγίπ Ερντογάν […] συχνά θεωρείται ως πρότυπο για άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής». Η λογική επιβάλλει να συμπεράνουμε αφ’ ενός, ότι ο συντάκτης αντιτίθεται με σαφήνεια στο ΑΚΡ και στο γεωστρατηγικό «ισλαμικό τόξο» που επιχείρησε να δομήσει ο Ερντογάν με χώρες της Μέσης Ανατολής και αφ’ ετέρου, με όμοια σαφήνεια συντάσσεται με τα κεκτημένα του κεμαλισμού.

Θεωρητικά, το κάλεσμα θα μπορούσε να προέρχεται και από τις τάξεις της συστημικής τούρκικης Αριστεράς, αν και κάτι τέτοιο είναι μάλλον αμφίβολο – όπως επίσης, αμφίβολο είναι να πρόκειται για «αυθόρμητο» κάλεσμα, δεδομένης της τόσο στοχευμένης επίκλησης του. Με αυτά τα δεδομένα, έχει τρομερή σημασία να διερευνηθεί ποιος πολιτικός φορέας παρεμβαίνει συστηματικά μέσα στις αυθόρμητες εκδηλώσεις, με στόχο να έχει μικροκομματικά οφέλη απέναντι στην κυβέρνηση Ερντογάν, προς τα πού θα τις κατευθύνει και πως θα ρευστοποιήσει αυτή την αντίδραση.

ΒΙΑΣΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η ελληνική Αριστερά σχεδόν σύσσωμη έσπευσε να καταδικάσει –ορθώς– την αποτρόπαιου μεγέθους καταστολή των τούρκικων αρχών, υπερασπίζοντας τα δικαιώματα των διαδηλωτών. Οι κυρίαρχες αναλύσεις της συνδέουν τα εκεί γεγονότα με την «Αραβική Άνοιξη», τα «κινήματα των πλατειών» και τα κινήματα «Occupy». Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση μοιάζει να δικαιώνεται μόνο κοινωνιολογικά, αφού πολιτικά περισσότερο εξυπηρετεί το νεωτερικό στοιχείο για χάρη του νεωτερικού και μόνο. Αν κάτι προκύπτει από τις ως τώρα εξελίξεις, δεν φαίνεται να έχει ριζοσπαστικό πολιτικό επίδικο (εκτός από την αντίδραση στην καταστολή σε δεύτερο χρόνο) και σε καμία περίπτωση να αμφισβητεί την «κεμαλική» Τούρκικη Δημοκρατία – άρα εκ των πραγμάτων, ο νεωτερισμός εξαντλείται μόνο στη χρήση τεχνολογικών μέσων και όχι στην αμφισβήτηση παραδοσιακών δομών. Το συγκεκριμένο συλλογικό υποκείμενο (αν μπορούμε καν να το θεωρήσουμε ως τέτοιο το «λαό») παρουσιάζει έμπρακτη αδυναμία, όχι απλώς να οικοδομήσει ταξική συνείδηση, αλλά ακόμα και να υπερβεί στοιχειωδώς πολιτικά τον εαυτό του. Με βάση αυτό, ενδεχομένως θα μπορούσαμε αντίστοιχα να ερμηνεύσουμε εκ νέου τις παγκόσμιες κινηματικές εμπειρίες των τελευταίων τριών χρόνων, αντί να αποθεώνουμε οτιδήποτε μαζικό που αντιτίθεται στον αυταρχισμό.

Από την άλλη, διαφορετικές απόψεις εντός της ελληνικής Αριστεράς μοιάζουν «εγκλωβισμένες» σε στενωπούς, όμοιες με το συστημικό κεμαλισμό στην Τουρκία. Η ερμηνεία της αιματοχυσίας στην Τουρκία απλώς ως παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων καταδεικνύει απουσία μακροσκοπικών αναλυτικών εργαλείων ˙ η δε σύνδεση της τελευταίας με την ενταξιακή διαδικασία της Τουρκίας στην ΕΕ (η οποία θεωρητικά πλέον θα επιβραδυνθεί, λόγω μη πλήρωσης των κριτηρίων ένταξης) είναι – το λιγότερο – άστοχη, κυρίως για δύο λόγους: πρώτον, η αναθεώρηση της γεωπολιτικής και στρατηγικής θέσης της Τουρκίας, έχει μάλλον βάλει σε δεύτερη μοίρα το «ευρωπαϊκό όραμα» την τελευταία πενταετία ˙ δεύτερον, το λιγότερο που απασχολεί αυτή τη στιγμή την κυβέρνηση Ερντογάν είναι να ενταχθεί πάση θυσία σε μια ΕΕ, που κλονίζεται λόγω της κρίσης χρέους και βαδίζει προς την πολιτική ενοποίηση – μόνο που αυτή είναι όλο και πιο εσωστρεφής και αυταρχική.

ΑΝ ΔΕ ΜΠΟΡΕΣΕΙ Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ, ΘΑ ΜΠΟΡΕΣΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΛΛΟΣ…

Πρέπει να καταστεί σαφές ότι στην εξέγερση στην Κωνσταντινούπολη συμμετέχουν διαδηλωτές όλων των πολιτικών αποχρώσεων, όπως συμβαίνει, έτσι κι αλλιώς, σε αντίστοιχες περιπτώσεις: από αριστερούς αγωνιστές και αναρχικούς μέχρι συντηρητικούς ανένταχτους ψηφοφόρους. Επίσης, σε αντίστοιχες περιπτώσεις, υπάρχει ένας πολιτικός φορέας που θα αποκρυσταλλώσει τη δυναμική του κινήματος και θα ηγεμονεύσει σε αυτό – σε περίπτωση που δε συνέβαινε κάτι τέτοιο ή το κίνημα δεν αποκτούσε πολιτικό προσανατολισμό, θα ατονούσε ή θα γινόταν αποσπασματικό. Σε αυτή την περίπτωση, κερδισμένο φαίνεται να είναι το CHP και γενικότερα, το κεμαλικό μπλοκ.

Βεβαίως, το αποτέλεσμα της εξέγερσης μπορεί να μην είναι εν τέλει η ενίσχυση του κεμαλικού παράγοντα στην Τουρκία, αλλά η δημιουργία νέων συνθηκών και νέων κεκτημένων για το κίνημα, καθώς και η πυροδότηση νέων, αλυσιδωτών εξελίξεων, που θα μπορούσαν να φέρουν νέα υποκείμενα στο προσκήνιο. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι αναλύσεις που ορίζουν οποιαδήποτε ιστορική ασυνέχεια ως «μικροαστικό ξέσπασμα» καταλήγουν να ανάγουν τη μεταβολή των κοινωνιών στο τέλος του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού και να καταργούν τη διαλεκτική. Έτσι, ακόμα κι αν ένα ριζοσπαστικό πολιτικό υποκείμενο δεν καταφέρει να αναλάβει με επαναστατικούς όρους την εξουσία εν μέσω εξέγερσης, μπορούν να δημιουργηθούν οι όροι, ώστε η επόμενη εξέγερση να βρει τις συνθήκες ωριμότερες και την Αριστερά πιο έτοιμη να αναλάβει την εξουσία.

Δυστυχώς, κάτι τέτοιο δε διαφαίνεται ούτε στο κοντινό μέλλον για την Τουρκία. Αν προκύψει «κενό εξουσίας», αυτό δύσκολα θα μπορέσει να το καλύψει η Αριστερά, ιδιαίτερα αν δεν απεγκλωβιστεί σύντομα από λογικές της «με κάθε τρόπο» υπεράσπισης των κεμαλικών κεκτημένων. Αντίστοιχα παραδείγματα σε Αίγυπτο, Λιβύη, Συρία κτλ αποδεικνύουν περίτρανα το παραπάνω, αφού η φοβερή απουσία της πολιτικής Αριστεράς έδωσε χώρο σε αντιδραστικές δυνάμεις να καλύψουν το «κενό εξουσίας»,που προέκυψε μετά από ογκωδέστατες κινητοποιήσεις: στη μεν Αίγυπτο, μετά την πτώση του καθεστώτος Μουμπάρακ, οι στρατιωτικοί διατήρησαν το μονοπωλιακό τους έλεγχο πάνω σε στρατηγικού χαρακτήρα επιχειρήσεις και εκχώρησαν πολιτική ισχύ στους Αδελφούς Μουσουλμάνους ˙ σε Λιβύη και Συρία δε, η αμφισβήτηση των δικτατοριών Καντάφι και Ασάντ στηρίχθηκε κατάφωρα ως «επένδυση για το μέλλον», από ΜΜΕ και πολιτικούς κύκλους της Δύσης.

Η Τουρκία επί του παρόντος δίνει ένα μάθημα: οι συνθήκες αλλαγής συσχετισμών καθορίζονται και από την ετοιμότητα του εκάστοτε ριζοσπαστικού φορέα. Ένας πολιτικός πόλος της Αριστεράς, ο οποίος ούτε θα μπορεί να πυροδοτήσει το κίνημα ανατροπής ούτε να το πολιτικοποιήσει ούτε θα καταφέρει να γίνει πρωτοπορία σε αυτό, όταν προκύψει αυθόρμητα, είναι καταδικασμένος να αποτύχει.

*Μέλος της Νομαρχιακής Επιτροπής Α’ Αθήνας του ΣΥΡΙΖΑ – ΕΚΜ.


[1] Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ίδια η τούρκικη γλώσσα, η οποία, παρότι έχει δανειστεί στοιχεία από την οθωμανική παλαιογραφία, την αραβική, τη γαλλική κτλ., αποτελεί επί της ουσίας μια «επινοημένη» γλώσσα. Εν ολίγοις, εν έτει 1923, κατασκευάζεται μια γλώσσα, με την οποία ο πληθυσμός της νεαρής Τουρκικής Δημοκρατίας έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή. Στόχος, όχι μόνο να καταπολεμηθεί δραστικά ο αναλφαβητισμός, αλλά και να σαρωθούν τα γλωσσικά κεκτημένα του «παλαιού» πολυεθνικού οθωμανικού κράτους – εξού και η επιλογή του λατινικού αλφάβητου.

[2] Ο ίδιος ο Ερντογάν είχε καταδικαστεί το 1998 σε 10 μήνες φυλάκιση, καθώς το κόμμα του («Κόμμα της Ευημερίας») είχε κριθεί παράνομο από συνταγματικά δικαστήρια της Τουρκίας, ως «υπονομευτικό για την κοσμικότητα της Τουρκικής Δημοκρατίας»…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Στέλιος Ελληνιάδης

ΑΠΟΨΕΙΣ & ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο

του Βένιου τα καμώματα

Καιρός ήταν να μπούμε στην ψηφιακή εποχή. Μιας που έτσι κι αλλιώς γράφω, όσοι ενδιαφέρονται μπορούν να διαβάσουν εδώ είτε δικά μου κείμενα είτε κείμενα που τράβηξαν την προσοχή μου. Καλως ήρθατε!

ΣΥΡΙΖΑ/EKM Χολαργού - Παπάγου

Μονόδρομοι υπάρχουν μόνο όταν ο καθένας πορεύεται μόνος του

AΡΧΕΙΟ ΕΝΘΕΜΑΤΩΝ 2010- 8.5.2016

Επιμέλεια: Στρατής Μπουρνάζος - Συντακτική ομάδα: Μάνος Αυγερίδης, Μαρία Καλαντζοπούλου, Ιωάννα Μεϊτάνη, Στρατής Μπουρνάζος

The WordPress.com Blog

The latest news on WordPress.com and the WordPress community.

Αρέσει σε %d bloggers: