ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΤΙΚΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ: ΓΙΑΤΙ Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ ΕΧΕΙ ΔΙΚΙΟ

Αναδημοσίευση από το RedNotebook άρθρου της Ντίνας Τζουβάλα.

 

Στην περίπτωση του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου υπάρχουν, ως συνήθως, καλά και κακά νέα. Ας ξεκινήσουμε από τα κακά: η συζήτηση για το νομοσχέδιο έχει πλέον απαξιωθεί σε μεγάλο βαθμό. Η πληθώρα των νομοσχεδίων που κατατέθηκαν είναι μάλλον αποτέλεσμα και όχι αιτία αυτής της απαξίωσης.  Οι παλινωδίες της ΝΔ  είναι η βασική αιτία αυτής της κατάστασης. Η ΝΔ αποφάσισε να στριμώξει του κυβερνητικούς εταίρους της (με τρόπο απολύτως πολιτικό) επιβεβαιώνοντας την απόλυτη ηγεμονία της ίδιας εντός του κυβερνητικού συνασπισμού, αλλά και την ηγεμονία της πιο δεξιάς, εθνικιστικής και ρατσιστικής πτέρυγας εντός αυτής. Παράλληλα, ΔΗΜΑΡ και ΠΑΣΟΚ ήρθαν αντιμέτωπα με τις συνέπειες της επιλογής τους να συγκυβερνήσουν με την πιο σκληρή δεξιά της μεταπολίτευσης. Από τη μία οφείλουν να διαφοροποιούνται από αυτή -και αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι, στο θέμα του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου μάλλον υπήρχε ουσιώδης διαφοροποίηση. Το πρόβλημα προκύπτει από την πλήρη απροθυμία τους να κλονίσουν, έστω και στο ελάχιστο, την κυβερνητική σταθερότητα για να εκβιάσουν την ψήφιση του νομοσχεδίου. Η απειλή «ψηφίστε το, αλλιώς δεν θα κάνουμε απολύτως τίποτα» δεν είναι ιδιαιτέρως αποτελεσματική. Μέσα σ΄ όλα αυτά η ΧΑ αποφάσισε να απαξιώσει εντελώς τη συζήτηση κατεβάζοντας δική της πρόταση νόμου (τζάμπα είναι), μέσω της οποίας ποινικοποιείται «ο ρατσισμός κατά των Ελλήνων». Ένας καλό τρόπος, βέβαια, να πετύχει αυτό τον στόχο θα ήταν να κόψει τους χαριεντισμούς με νεοναζιστικές οργανώσεις της Γερμανίας, καθώς μέλη τους έχουν καταδικαστεί για την δολοφονία έλληνα μετανάστη.

Υπάρχουν, παρόλα αυτά, και καλές ειδήσεις. Μέσα στο γενικευμένο κλίμα απαξίωσης ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ κατέβασε μια εξαιρετικά  προσεγμένη πρόταση νόμου, τόσο από πολιτικής όσο και από νομοτεχνικής άποψης (για μια σύντομη περίληψη του νομοσχεδίου δείτε εδώ. Θα εστιάσω σε δύο σημεία της πρότασης νόμου: στην αυτοτελή ποινικοποίηση του ρατσιστικού κίνητρου κατά την τέλεση εγκλημάτων και στην στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων ως παρεπόμενη ποινή της τέλεσης εγκλημάτων με ρατσιστικό κίνητρο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ ορθώς επέλεξε να εστιάσει την πρόταση νόμου στην ποινικοποίηση  ρατσιστικών πράξεων και όχι γενικά στις ρατσιστικές δηλώσεις (http://rednotebook.gr/details.php?id=9664). Η ποινικοποίηση απόψεων, εκφράσεων και λεγομένων είναι σε γενικές γραμμές ασύμβατη με την φιλελεύθερη δημοκρατία και πρέπει να θεσπίζεται μόνο όταν συντρέχουν ειδικές συνθήκες (πχ εξύβριση, η οποία, αν και αφορά τον λόγο, προσβάλλει την τιμή και την αξιοπρέπεια συγκεκριμένων ατόμων και γι΄ αυτό είναι άξια ποινικού κολασμού). Συχνά, η θέση αυτή κωδικοποιείται με την φράση «οι δημοκρατίες δεν κάνουν δίκες προθέσεων». Αυτή η απόφανση είναι μόνο εν μέρει σωστή. Το φρόνημα, οι σκέψεις, οι απόψεις των ατόμων μόνο στον βαθμό που παραμένουν στην αφηρημένη σφαίρα του λόγου ή της προσωπικής άποψης δεν ποινικοποιούνται. Αντίθετα, η πρόθεση γίνεται απολύτως σχετική και άξια τιμωρίας  όταν «παίρνει σάρκα και οστά» και συνδέεται με ορισμένες πράξεις. Αυτός είναι, για παράδειγμα, ο λόγος που η απόπειρα τέλεσης ενός εγκλήματος τιμωρείται αυτοτελώς, ακόμα και αν το έγκλημα δεν ολοκληρωθεί. Επίσης η πρόθεση (ή η απουσία της) είναι απολύτως συναφής όταν πρέπει να διευκρινιστεί αν μια πράξη τελέστηκε εκ προθέσεως (οπότε και τιμωρείται βαρύτερα) ή από αμέλεια (οπότε η τιμωρία είναι επιεικέστερη ή η πράξη δεν είναι καν ποινικό αδίκημα, πχ η φθορά ξένης ιδιοκτησίας εξ αμελείας δεν είναι ποινικό αδίκημα για την ελληνική έννομη τάξη). Έτσι, η τέλεση ενός εγκλήματος, πχ ανθρωποκτονίας, έχει διαφορετική ποιότητα όταν γίνεται με ρατσιστικό κίνητρο. Εδώ θα μπορούσαν να παρατεθούν διάφοροι λόγοι, αλλά θα αρκεστούμε σε έναν: ο ρατσισμός δεν αφήνει στα θύματά του κανένα περιθώριο. Οποιοσδήποτε ανήκει σε μια συγκεκριμένη φυλή, έθνος ή έχει μαι ορισμένη ταυτότητα φύλου είναι αυτόματα στόχος. Αλλά στις δημοκρατίες δεν χωράνε τελολογίες και αναπόδραστες καταστάσεις.

Σε δεύτερο επίπεδο, θεσμοθετείται  η στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων ως παρεπόμενη ποινή για την τέλεση εγκλημάτων με ρατσιστικό κίνητρο, ακόμα και αν αυτά είναι σε επίπεδο πλημμελήματος, όταν ο δράστης είναι δημόσιος λειτουργός.  Πρόκειται για μια συνήθη επιλογή του ποινικού νομοθέτη για εγκλήματα τα οποία έχουν τέτοιο «δημόσιο» χαρακτήρα που επιβάλλον τον (προσωρινό) αποκλεισμό του δράστη από το πολιτικό παιχνίδι. Κατ’ εμέ αυτή η επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ συνιστά την ορθή απάντηση στην συζήτηση για την κήρυξη της ΧΑ εκτός νόμου. Το επιχείρημα όσων υποστηρίζουν αυτή τη ρύθμιση είναι πως οι θέσεις της ΧΑ είναι ευθέως αντίθετες με τις βασικές παραδοχές του πολιτικού παιχνιδιού σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία, και άρα θα πρέπει να αποκλειστεί από αυτό από θέση αρχής. Είναι σχεδόν αυταπόδεικτο πως αυτή η θέση μπορεί να λειτουργήσει σαν χιονοστιβάδα ενάντια σε οποιαδήποτε ριζοσπαστική πολιτική, ακόμα και αν υποθέσουμε οτι οι εμπνευστές αυτής την επιλογής έχουν τις καλύτερες των προθέσεων (φανταστείτε όταν δεν τις έχουν). Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ αντιλαμβάνεται πως υπάρχει ένα έγκυρο ερώτημα πίσω από αυτή τη συζήτηση, αλλά δίνει μια αρκετά διαφορετική απάντηση: υπάρχουν πράξεις  ευθέως αντίθετες στις βασικές παραδοχές του πολιτικού παιχνιδιού, ώστε ο δράστης τους να αποκλείεται προσωρινώς από αυτό. Με αυτό τον τρόπο η πολιτική ζωή προστατεύεται (τουλάχιστον σε νομικό επίπεδο) από την παρουσία εγκληματιών του κοινού ποινικού δικαίου.

Η σχέση της εκτός σοσιαλδημοκρατίας  αριστεράς με τα ατομικά και τα πολιτικά δικαιώματα υπήρξε διαχρονικά προβληματική και όχι μόνο με την έννοια του προβλήματος, αλλά και με την έννοια του προβληματισμού. Η ίδια η μορφή του δικαιώματος έχει γίνει στόχος κριτικής τόσο από τον πρώιμο Μαρξ [1] όσο και από μεταγενέστερους θεωρητικούς του μαρξισμού [2].

Μέσα από την πρόταση νόμου του, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ υπονοεί, πιθανώς, δύο πράγματα:

Πρώτον, ότι ο πολιτικός φιλελευθερισμός δεν είναι αναγκαίο αποτέλεσμα του οικονομικού. Αν και η παραπάνω απόφανση είναι πλέον σχεδόν τετριμμένη, μας βοηθά να καταλάβουμε ότι τα ατομικά και τα πολιτικά δικαιώματα δεν είναι απλώς μια «ευθεία αντανάκλαση» των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας και της αστικής οργάνωσης της κοινωνίας.

Δεύτερον, η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ θα μπορούσε να διαβαστεί ως παραδοχή του γεγονότος πως η ελευθερία είναι πολύ δύσκολη υπόθεση για να αφεθεί αμαχητί στους φιλελεύθερους.

Σημειώσεις
[1] Στο «Για το Εβραΐκό Ζήτημα» ο νεαρός Μαρξ σημείωνε πως οι ελευθερίες που κατοχυρώνουν οι αστικές επαναστάσεις δεν βοηθούν τη «συνένωση ανθρώπου προς άνθρωπο, αλλά το χωρισμό ανθρώπου από άνθρωπο. […] Αυτή η ατομική ελευθερία και η εφαρμογή της κάνει κάθε άνθρωπο να βλέπει στους άλλους ανθρώπους όχι την πραγμάτωση της δικής του ελευθερίας, αλλά το φραγμό σε αυτή».
[2] Γνωστότερη -και πλέον λαθεμένη- είναι η κριτική του Εβγκένι Πασουκάνις.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Στέλιος Ελληνιάδης

ΑΠΟΨΕΙΣ & ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο

του Βένιου τα καμώματα

Καιρός ήταν να μπούμε στην ψηφιακή εποχή. Μιας που έτσι κι αλλιώς γράφω, όσοι ενδιαφέρονται μπορούν να διαβάσουν εδώ είτε δικά μου κείμενα είτε κείμενα που τράβηξαν την προσοχή μου. Καλως ήρθατε!

ΣΥΡΙΖΑ/EKM Χολαργού - Παπάγου

Μονόδρομοι υπάρχουν μόνο όταν ο καθένας πορεύεται μόνος του

AΡΧΕΙΟ ΕΝΘΕΜΑΤΩΝ 2010- 8.5.2016

Επιμέλεια: Στρατής Μπουρνάζος - Συντακτική ομάδα: Μάνος Αυγερίδης, Μαρία Καλαντζοπούλου, Ιωάννα Μεϊτάνη, Στρατής Μπουρνάζος

The WordPress.com Blog

The latest news on WordPress.com and the WordPress community.

Αρέσει σε %d bloggers: