ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ 1967, ΙΣΤΟΡΙΚΟ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Του ΑΛΚΗ ΡΗΓΟΥ 

Για την ιστορικό-πολιτική ενεργή μνήμη όλων μας ίσως κάτι έχει να προσθέσει ένα παλιότερο κείμενο μου για την Χούντα:

Το Δικτατορικό καθεστώς  της 21ης Απριλίου 1967, επεβλήθη με την απροκάλυπτη βία των όπλων και τουλάχιστον την ηθική αυτουργία των Ηνωμένων Πολιτειών, από μια ομάδα (χούντα) επίορκων αξιωματικών, τη νύκτα της 20ης προς 21η Απριλίου και κατέρρευσε την 23η Ιουλίου 1973 κάτω από το βάρος του προδοτικού και εγκληματικού πραξικοπήματος, εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Προέδρου της Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, που οδήγησε στην τουρκική εισβολή στη νήσο.

Η «Εθνική Επανάστασις» όπως αυτοχαρακτηρίστηκε αυτή η στρατοκρατική δικτατορία διήρκεσε  επτά χρόνια, τρεις μήνες και τρεις μέρες. Πρόκειται για το μεγαλύτερο διάστημα δικτατορικής εκτροπής από τη σύσταση  του  ελληνικού κράτους.

Κάθε απόπειρα προσέγγισης της φύσης και της πορείας, αυτού του «καθεστώτος εκτάκτου ανάγκης», απαιτεί πρωταρχικά γνώση του ιδεολογικό-πολιτικού πλαισίου μέσα στο οποίο γεννήθηκε, των συνθηκών, εσωτερικών και διεθνών, μέσα στις οποίες αναπτύχθηκε η ελληνική πολιτική σκηνή, από το τέλος  του εμφυλίου πολέμου μέχρι το 1967, τον ρόλο που σ’ αυτή την πολιτική σκηνή διαδραμάτιζε ο Ελληνικός Στρατός –ορθότερα το σώμα των μονίμων αξιωματικών– τις δομικές, οικονομικές , ιδεολογικές ωσμώσεις του, με τους Αμερικανούς εκπαιδευτές του.

***

Πρόκειται για μια ασφυκτικά συντηρητική, αυταρχική και ημικοινοβουλευτική πολιτική σκηνή που εξέρχεται από έναν εμφύλιο πόλεμο –το δεύτερο στην πορεία του νεοελληνικού κοινωνικού σχηματισμού μέσα στον 20ο αιώνα– με νικητή τον εθνικόφρονα αστικό πολιτικό κόσμο. Έναν κόσμο πολυδιασπασμένο κομματικά, αλλά απόλυτα αλληλέγγυο κοινωνικά.

Έναν πολιτικό κόσμο που αντιστοιχεί ιδεολογικά σε μια προκαπιταλιστική, αγροτική, εμπορομεσιτική εποχή, με μια κρατικά υπερπροστατευόμενη βιομηχανική παραγωγή, ο οποίος όμως θέλει από την άλλη να ακολουθήσει τις ευρύτερες εξελίξεις που συντελούνται –σε συνθήκες ‘Ψυχρού πολέμου’ που διχάζουν την ευρωπαϊκή ήπειρο– στην δυτικοευρωπαϊκή πολιτική σκηνή, με την οποία και συνδέεται μέσω της συμφωνίας σύνδεσης του 1961, με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα.

Έναν πολιτικό κόσμο ανίκανο ταυτόχρονα να υπερβεί τα εξωσυνταγματικά θεσμικά πλαίσια, τις διοικητικές πράξεις, τους ανελεύθερους μεταξικούς και κατοχικούς ‘νόμους’, το εμφυλιοπολεμικό Γ΄ Ψήφισμα, τον Αναγκαστικό Νόμο 509, τα φακελώματα των πολιτών, τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, τα έκτακτα μέτρα σε μεγάλες παραμεθόριες περιοχές, την απροκάλυπτη αστυνομική βία, τις στεγανοποιημένες και αυτονομημένες ένοπλες δυνάμεις, τον ανεξέλεγκτο βασιλικό θεσμό, τα εξαρτησιακά πλέγματα πλήρους υποταγής στον συντελεστή άλλωστε της επικράτησης του, αμερικανικό παράγοντα.

Όλοι αυτοί οι μηχανισμοί διαμορφώνουν τη δομή, την άρθρωση του πολιτικού συστήματος, στο οποίο ο Στρατός, αποτελεί το κομβικό κέντρο της πραγματικής εξουσίας, ως το κέντρο του σκληρού πυρήνα του κράτους και των κατασταλτικών μηχανισμών βίας, απέναντι σε έναν δυνάμει πάντοτε ύποπτο λαό.

Τη σύγχυση που δημιουργούσε αυτή η υποκατάσταση του λαού, από το σώμα των αξιωματικών, σε μια έστω και κατ’ επίφαση λειτουργούσα  ‘καχεκτική’ –σύμφωνα με τον Η. Νικολακόπουλο– υπό την κηδεμονία του στρατού, κοινοβουλευτική δημοκρατία, αναλαμβάνει να την λύσει η ανορθολογική εθνικιστική ιδεολογία, μέσω της αναγωγής–ταύτισης του στρατού με το έθνος.

Αυτή είναι η λογική του συστήματος που έμεινε στην ιστορία ως κράτος της εθνικοφροσύνης. Όπου ο κατασταλτικός μηχανισμός του στρατού, δεν αποτελεί μόνο τον σε τελική ανάλυση εγγυητή του κοινωνικό–πολιτικού συστήματος, αλλά και τον ουσιαστικό και μόνο εγγυητή της μεταφυσικής υπόστασης του έθνους.

Σ’ αυτό το κυρίαρχο ιδεολόγημα, ο θεωρούμενος ως εσωτερικός εχθρός κομμουνισμός, προσλαμβάνεται δευτερευόντως ως κίνδυνος ανατροπής του αστικού καθεστώτος. Πρωταρχικά προσλαμβάνεται ως πολιορκητική μηχανή της Σοβιετικής επεκτατικής πολιτικής, της Βουλγαρικής επιβουλής, της αιώνιας Σλαβικής επεκτατικότητας προς τις θερμές θάλασσες, άρα ως φορέας υπόσκαψης αυτής καθαυτής της ταυτότητας του έθνους.

Έτσι για άλλη μια φορά, αποδεικνύεται ότι ο εθνικιστικός λόγος, συγκροτείται πάντα  ανορθολογικά και πάντα στο βάθος του με ρατσιστικό υπόβαθρο.

Εφόσον όμως η ερμηνεία του έθνους, αναλύεται με φυλετικά και όχι πολιτιστικά χαρακτηριστικά, η προσπάθεια υπέρβασης αυτής της αντίληψης, προσλαμβάνεται ως εκμαυλισμός της φυλής από προδότες, πράκτορες και σύγχρονους γενίτσαρους των Σλάβων και των Σοβιετικών.

Η απειλή είναι υποχθόνια, βρίσκεται παντού ως επιδημία που μπορεί να προσβάλλει τους πάντες.

Το μόνο υγιές τμήμα της κοινωνίας που ήδη επιτυχημένα και ένοπλα αντιμετώπισε τον κίνδυνο, με τις ευλογίες και την ενεργή συμπαράσταση πάντα της ηγεσίας της κρατικοδίαιτης ελληνοχριστιανικής εκκλησίας, είναι ο στρατός. Το σώμα των «Ιδεατών» για την ακρίβεια αξιωματικών. Από τον πυρήνα αυτού του παρακρατικού στρατιωτικού μηχανισμού προέρχονταν άλλωστε και οι πραξικοπηματίες της 21ης Απριλίου.

Οι αστικές ελευθερίες , τα τυπικά διακηρυγμένα δικαιώματα, οι κομματικές και συνδικαλιστικές λειτουργίες, οι  θεσμοί, προσλαμβάνονται στο πλαίσιο αυτής της αντιδιαφωτιστικής ιδεοληψίας, ως υπό αίρεση διασπαστικά στοιχεία της συνοχής και της ενότητας του έθνους.

Απέναντι σε όλο αυτό τον εσμό ανορθολογικών προσλήψεων, οι απαρχές της δεκαετίας του ’60, παρουσιάζουν μια αναδυόμενη προσπάθεια υπέρβασης του ασφυκτικού αυτού κλοιού, από μια επίσης αναδυόμενη νέα κοινωνική πραγματικότητα.

Ήδη η εκλογική σύμπραξη με την αριστερά αστικών πολιτικών μορφωμάτων και των δύο πολιτικών οικογενειών το 1956, μα κυρίως το αποτέλεσμα των εκλογών του ’58, αναδεικνύει μιας νέας μορφής πολιτική επανάκαμψη των αποκλεισμένων «ερυθρόμορφων τεράτων», στο κέντρο της πολιτικής σκηνής. Τα αποδεσμευμένα από την μακρηθεωδορική  ΓΣΕΕ συνεργαζόμενα 115 συνδικάτα εμφανίζουν μια καινοφανή κοινωνική δυναμική αντίδραση. Ο μέχρι πρότινος πειθήνιος στην εθνικοφροσύνη αγροτικός κόσμος αναδύεται διεκδικώντας κι’ αυτός στους δρόμους ανθρωπινότερους όρους ύπαρξης στην υποβαθμισμένη ύπαιθρο. Το επανεμφανισθέν  δυναμικά φοιτητικό κίνημα διεκδικεί ανοικτά ένα ορθολογικότερο και δημοκρατικότερο σύστημα διαχείρισης των κοινών, μέσα από μια άμεσο-πολιτική πανελλαδική κινηματική έκφραση,  οργανώνει την εκστρατεία «για προίκα στην παιδεία και όχι στη Σοφία» του 15% για την παιδεία και στη συνέχεια με τους δυναμικούς αγώνες προάσπισης της δημοκρατίας και σύνθημα το ακροτελεύτιο εκείνο άρθρο του Συντάγματος , το 1- 1- 4.

Νέα οικονομικά δεδομένα , απαρχές νέων κοινωνικών συμμαχιών και αποκρυσταλλώσεων, νέων ιδεολογικών αριστερών αναζητήσεων και μια πολιτιστική έκρηξη χωρίς προηγούμενο προσδιορίζουν την δυναμική μιας νέας φάσης  στην πολιτική και ευρύτερα πολιτισμική μας ζωή.

Η σύνδεση με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, οι αντιθετικές ως προς τον κυρίαρχο εθνικόφρονα λόγο προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού, η σχετική οικονομική άνοδος, η για πρώτη φορά εξισορρόπηση πληθυσμιακά του αγροτικού με τον αστικό πληθυσμό, η ποσοτική κυριαρχία των ήδη ποιοτικά κυρίαρχων μα ασταθών πολιτικά μικροαστικών στρωμάτων, η λειτουργία μιας εσωτερικής αγοράς  συνδεδεμένης με μια νέα βιομηχανική παραγωγή που απευθύνεται κυρίως στην εσωτερική κατανάλωση, σε συνάρτηση με την απαρχή σε διεθνές πεδίο τήξης των ψυχροπολεμικών πάγων, αλλά και των νέων διεργασιών που συντελούνται και από τις δύο πλευρές της διαιρεμένης Ευρωπαϊκής Ηπείρου, ως αποτέλεσμα των απαρχών εξάντλησης της προωθητικής δύναμης και των δύο μοντέλων άρθρωσης του πολιτικού των νικητών του Β΄ Παγκοσμίου, απαιτούν αντικειμενικά μια νέα πιο ευέλικτη και ορθολογικότερη διαχείριση του κοινωνικού, με διεύρυνση της δυνατότητας συμμετοχής στο οικονομικό και πολιτικό πεδίο και των αποκλεισμένων από αυτό, ΕΑΜογενών πληθυσμιακά στρωμάτων.

Τα νέα αυτά πραγματικά δεδομένα συνδέονται λογικά και κατ’ ανάγκη με την ομαλοποίηση της πολιτικής ζωής, την υπέρβαση της μετεμφυλιακής πραγματικότητας, του ελεγχόμενου από τον στρατό και τον Θρόνο ημι-κοινοβουλευτισμού, την ομαλότερη δημοκρατική πολιτική ζωή. Προς αυτή την κατεύθυνση εντάσσονται και οι πληρώσεις για πρώτη φορά από την δεκαετία του ’30 ή η δημιουργία νέων πανεπιστημιακών εδρών Κοινωνιολογίας, Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων στην Πάντειο, Ψυχιατρικής ουσιαστικά Ψυχαναλυτικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, καθώς και η ίδρυση των Πανεπιστημίων Πατρών και Ιωαννίνων.

Μέσα σ’ αυτές τις διεργασίες, η παραπέρα νομιμοποίηση του καθεστώτος δεν μπορεί να βασίζεται άλλο μόνο στους κατασταλτικούς μηχανισμούς  και τις ιδεοληψίες του κράτους της εθνικοφροσύνης.

Η ανάγκη εκσυγχρονισμού και κατά συνέπεια και στοιχειώδους εκδημοκρατισμού, αποτελεί απαίτηση των καιρών, η οποία όμως δεν είναι δυνατόν να γίνει κατανοητή άρα και αποδεκτή από τα παρασυνταγματικά κέντρα εξουσίας, ούτε και από την πλειονότητα του πολιτικού προσωπικού των πολιτικών μορφωμάτων της περιόδου.

Πολιτικών μορφωμάτων τα οποία διατηρούν σχεδόν στο ακέραιο τα μορφολογικά στοιχεία που διέκρινε σε αυτά ο Γεώργιος Σκληρός στα τέλη της δεύτερης δεκαετίας του 20ου αιώνα. Άρα αδυνατούν να συλλάβουν τις νέες κοινωνικό-πολιτικές διεργασίες και να προτείνουν λύσεις στα συσσωρευμένα αιτήματα , απαιτήσεις και ανάγκες της δεκαετίας του ‘60.

Πολύ περισσότερο δεν μπορούν βέβαια να αντιληφθούν την βασική και καταστατικά θεσμισμένη αντίφαση, που εμπεριέχει από τη φύση του κάθε αστικός κοινωνικός σχηματισμός, ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα των μέσων της παραγωγής και στις ατομικές μορφές ιδιοποίησης του παραγόμενου συνολικού υπερπροϊόντος. Αντίφαση που στο πολιτικό πεδίο, οδηγεί σε μια επίσης βασική και άλυτη αντινομία , μεταξύ της οικονομικό- κοινωνικής εξουσίας της αστικής κυριαρχίας και της επαγγελίας της δημοκρατικής αρχής της ισότητας και ελευθερίας όλων των πολιτών χωρίς εξαιρέσεις.

Αντίφαση που εντείνεται στον κοινωνικό μας σχηματισμό και λόγω της ουσιαστικής  ανυπαρξίας ενός εξισοροποιητικού όλων των παραπάνω κοινωνικού κράτους, αλλά και του ειδικού, υπέρ- προσδιοριστικού ρόλου του κράτους που το έχει καταστήσει από την ίδρυσή του, στην  κατ’ εξοχήν κοινωνική μηχανή, στον κατ’ εξοχήν τόπο, όπου ανάγεται κάθε σφαίρα οικονομικής λειτουργίας, άρα και διεξαγωγής της ταξικής πάλης. Και στο οποίο μπορούμε να επισημάνουμε μια σειρά μεταθέσεις ανάμεσα στην ταξική πολιτική πρακτική και τα πολιτικά μορφώματα που προσδιορίζουν τα όρια και τις διαστάσεις, σύμφωνα με τον Νίκο Πουλαντζά της πολιτικής σκηνής.

Όρια και διαστάσεις μιας ασφυκτικά όπως προείπαμε συντηρητικής και αυταρχικής πολιτικής σκηνής που αδυνατεί να ψαύσει καν  τις νέες αντιφατικές πραγματικότητες.

Η αναντιστοιχία που παρατηρείται, από αυτό το γεγονός ,εντείνει την διάχυτη κρίση νομιμοποίησης της μετεμφυλιακής διαχείρισης και βαίνει καταστροφική, οδηγώντας όπως ανέλυε από τον μεσοπόλεμο ο Αλέξανδρος Σβώλος προς την φυγή της δικτατορικής εκτροπής.

Κι’ όμως η πορεία του πολιτικού συστήματος δεν ήταν νομοτελειακά προδιαγεγραμμένη. Τίποτε άλλωστε στην πολιτική σκηνή δεν είναι νομοτελειακά προδιαγεγραμμένο.

Οι αδυναμίες των θεσμοποιημένων παικτών του πολιτικού παιχνιδιού, αναδεικνύονται καταλυτικά ως προς τη μη δυνατότητα τους, εξάρθρωσης των εξωθεσμικών λειτουργιών των παράκεντρων εξουσίας , που είχαν διαμορφωθεί με το τέλος του εμφυλίου.

Έτσι η προσπάθεια εδραίωσης ενός σύγχρονού σταθερού αστικού δικομματισμού, που επιχείρησε να διαμορφώσει  μετά τις εκλογές του ’58 και ο ξένος παράγοντας και γνωστό συγκρότημα τύπου, αποτυγχάνει.

Ο αυταρχικός εκσυγχρονισμός με τις «21 προτάσεις βαθιάς τομής» του Κωνσταντίνου Καραμανλή, οδηγεί σε αντιπαράθεση θρόνου – πρωθυπουργού, παραίτηση του τελευταίου και υπόσκαψη της νομιμοποιητικής αίγλης της ΕΡΕ.

Ο κλασικός φιλελεύθερος εκσυγχρονισμός του Γεωργίου Παπανδρέου από την μια αδυνατεί να συνειδητοποιήσει και ταυτόχρονα φοβάται την κοινωνική δυναμική μιας αναδυόμενης κοινωνίας πολιτών, από την άλλη οδηγείται και αυτός σε αντιπαράθεση τελικά με τον θρόνο, σε εξαναγκασμό σε παραίτηση από την πρωθυπουργία και την πολυδιάσπαση, της  στην ουσία άλλωστε, πολυκομματικής καταγωγής  Ε.Κ. και μάλιστα με την ενεργή δράση προς αυτή την κατεύθυνση τμημάτων τόσο της δεξιάς όσο και κυρίως της αριστερής καταγωγής πολιτικού της προσωπικού.

Ο κέντρο-αριστερός εκσυγχρονισμός των «νέων ορίων» των Ατλάϊ Στήβενσον και Τζών Κένεντυ και για τα καθ’ ημάς Ανδρέα Παπανδρέου δεν δοκιμάζεται καν. Απλά και μόνο και με δικές του ευθύνες, φοβίζει υπέρμετρα τα κυρίαρχα αστικά στρώματα και κυρίως τα παράκεντρα εξουσίας.

Αριστερή πρόταση εκσυγχρονισμού δεν υφίσταται. Οι όποιες αριστερές παρεμβάσεις εξαντλούνται σε αγώνες καθιέρωσης όρων στοιχειώδους εκδημοκρατισμού και νομιμοποίησης της ύπαρξής της, δημιουργώντας βέβαια μιας άλλης τάξης αντίφαση μεταξύ ενός ιδιαίτερα αναπτυσσόμενου κοινωνικού και πολιτισμικού δυναμικού, ιδεολογικά πολυτασικού, που για πρώτη φορά εισάγει στην αριστερά πέραν του από τον μεσοπόλεμο «τρισκατάρατου» τροτσκισμού, μηνύματα μαοϊκών και γκεβαρικών κατευθύνσεων, καθώς και ανανεωτικές ριζοσπαστικές αναζητήσεις, απέναντι στον κυρίαρχο πολιτικό της λόγο, που παλινδρομεί μεταξύ των αιτημάτων που γεννά η εσωτερική πραγματικότητα και των αντιλήψεων του εκτός νόμου και ελλαδικών ορίων Κομμουνιστικού Κόμματος. Αντίφαση που επιχείρησαν όχι χωρίς εσωτερικές συγκρούσεις να γεφυρώσουν, ένα τμήμα αριστερών διανοουμένων και κυρίως με όρους μαζικούς  και την πολυποίκιλη δράση τους μέλη της Νεολαίας Λαμπράκη, στη σύντομη μα τόσο έντονη ζωή της οργάνωσης. Οι λεπτομέρειες αυτής της οδυνηρής ιστορίας, το πώς καταγράφηκε στα πρωτοποριακά έντυπα της εποχής, το πώς βιώθηκε στις εσωτερικές κομματικές διεργασίες, προφανώς εκφεύγουν της παρούσας ανάλυσης.

Η έκρηξη των Ιουλιανών και της αποστασίας του ’65, δημιουργεί νέες συνθήκες και κοινωνικό-πολιτικές δυναμικές, που φοβίζουν υπέρμετρα τις κυρίαρχες ομάδες διαχείρισης του όλου συστήματος, οι οποίες διαισθάνονται ότι η δημοκρατική νομιμότητα αρχίζει να υπερβαίνει μέσω της ίδιας της κοινωνικής δυναμικής που έχει δημιουργήσει η βιαιότητα της ανακτορικής παρέμβασης, τα στεγανά των παράκεντρων της ανεξέλεγκτης παραεξουσίας που είχαν οικοδομηθεί με την νίκη των εθνικοφρόνων αστικών δυνάμεων και μέσω των διασυνδέσεων με αυτά πραγματοποιούσαν τα υπερκέρδη τους. Γεγονός που τις οδηγεί να αποδεχτούν την εκχώρηση άσκησης της πολιτικής εξουσίας σε ένα δυναμικό καθεστώς εκτάκτου ανάγκης, το οποίο θα άρει βέβαια τις ελευθερίες τους, θα εξασφαλίσει όμως την αβίαστη αναπαραγωγή των κερδών τους.

Αυτό άλλωστε συμβαίνει σε κάθε αστική δικτατορική εκτροπή. Καταλύει το Σύνταγμα και εδραιώνει τον Αστικό κώδικα. Από τον καιρό του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, που έθεσε σε ισχύ τον πρώτο Αστικό κώδικα, μέχρι τον δικό μας Ιωάννη Μεταξά που επίσης κατήργησε το Σύνταγμα και έθεσε σε ισχύ τον πρώτο δικό μας Αστικό Κώδικα.

Το Κοινοβούλιο χάνει έτσι και το τελευταίο ίχνος νομιμοποιητικής του δύναμης, το μνημόνιο Βασιλιά, Παπανδρέου, Κανελλόπουλου έρχεται πολύ αργά, η όποια αξιοπιστία των θεσμών, έχει καταρρακωθεί μπροστά στην αναποτελεσματικότητα υπέρβασης της παρατεταμένης κρίσης. Στο κενό που δημιουργεί η σταδιακή κατάρρευση κάθε άμυνας της έστω και περιορισμένης δημοκρατικής νομιμότητας, τα στρατιωτικά παράκεντρα εξουσίας, σε αγαστή συνεργασία με τις επίσης σε μεγάλο βαθμό ανεξέλεγκτες αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, ανίκανα να αποδεχτούν οποιοδήποτε εξορθολογισμό, του συστήματος που τα εξέθρεψε και τα άνδρωσε, δρουν καταστροφικά και για τους δυο αστικούς  πολιτικούς κόσμους μέσα στους οποίους και από τους οποίους, εκφράστηκαν.

Το μόνο που μένει είναι να επιχειρήσουν για άλλη μια φορά την τρίτη άμεσα και ίσως την τέταρτη ή την πέμπτη έμμεσα, από την λήξη του εμφυλίου, να λύσουν τις πολιτικές και κοινωνικές αντιφάσεις, μέσα από μια νέα δικτατορική εκτροπή.

Ο Θρόνος αυτός ο μόνιμα ανασταλτικός και αποσταθεροποιητικός παράγοντας κάθε προσπάθειας εξορθολογισμού και εκδημοκρατισμού, παραπαίει ανάμεσα στη δημοκρατική διέξοδο  του μνημονίου των δύο πολιτικών αρχηγών που οδηγεί προοπτικά στον περιορισμό του ρόλου του στα συνταγματικά του πλαίσια και την ελεγχόμενη απ’ αυτόν εκτροπή δια της χούντας των πιστών σε αυτών στρατηγών.

Ο πολιτικός κόσμος σύσσωμος, της Αριστεράς μη εξαιρουμένης –παρ’ όλο που η ΕΔΑ είναι η μόνη πολιτική δύναμη που είχε πλήρη επίγνωση του στρατιωτικού κινδύνου– παρά τις ηχηρές ρητορείες των μπαλκονιών κυρίως από τους περί τον Ανδρέα Παπανδρέου, πιστεύει ότι δια του μνημονίου έχει εξασφαλιστεί η δημοκρατική διέξοδος προς μια ελεγχόμενη πορεία υπέρβασης της κρίσης και αφήνεται στην καθημερινότητα του προεκλογικού αγώνα.

Γι’ αυτό και καμιά οργάνωση στοιχειώδους προστασίας, όχι του πολιτεύματος αλλά έστω του ίδιου του προσωπικού τους, ακόμη και από την  κυβέρνηση και τις  υπηρεσίες της, δεν υπήρξε.

***

Οι «άφρονες» και δήθεν «παρανοϊκοί» ομοϊδεάτες του Γ. Παπαδόπουλου, πολύ έλλογα, πολύ συστηματικά, ημισυνωμοτικά, με τις αναμφισβήτητες οργανωτικές τους ικανότητες, τις συνδέσεις τους με τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, καταρτίζουν το σχέδιο «Προμηθεύς» για την βασιλική εκτροπή, την οποία και τελικά με γκανγκστερικό τρόπο αναλαμβάνουν να πραγματώσουν για ίδιον όφελος.

Ως εκφραστές με την βία των όπλων, του στρατού- έθνους , καλύπτουν το κενό της πολιτικής αδυναμίας και το φόβο εκδημοκρατισμού μιας κοινωνίας που εξελίσσονταν ραγδαία την δεκαετία του ’60, εγκαθιδρύοντας τελικά ένα στρατιωτικό καθεστώς εκτάκτου ανάγκης, βιάζοντας κάθε έννοια νομιμότητας, βάζοντας τον «ασθενήν λαόν εις τον γύψον» σύμφωνα με την κυνική ρήση του ισχυρού άνδρα της χούντας συνταγματάρχη Γ. Παπαδόπουλο.

Πρωταρχικός και βασικός σκοπός των πραξικοπηματιών ήταν η ματαίωση, διεξαγωγής των βουλευτικών εκλογών που είχαν προκηρυχθεί για τις 28 Μαΐου, και η ανάσχεση  των πολιτικών εξελίξεων, δια της επιβολής της «Εθνικής Επαναστάσεως» όπως αυτοονόμασαν το χουντικό τους καθεστώς.

Όρο βέβαια καθόλου πρωτότυπο στην Ευρωπαϊκή Ιστορία. «Εθνικές Επαναστάσεις» είχαν αυτοχαρακτηρισθεί και ο ιταλικός φασισμός και ο γερμανικός εθνικοσοσιαλισμός και το καθεστώς  του Σαλαζάρ στην Πορτογαλία και το καθεστώς Φράνκο στην Ισπανία . Όμως το δικτατορικό καθεστώς της 21ης Απριλίου διέφερε από όλα αυτά και ως προς την εποχή εγκαθίδρυσής του και κυρίως ως προς την φύση του. Δεν διέθετε καμιά ιδεολογική αναφορά, δεν βασίζονταν σε ένα μαζικό και σκληρά οργανωμένο κόμμα, όπως αυτά, δεν ενεργούσε ούτε λειτουργούσε ως άτυπος εκπρόσωπος κάποιου κοινωνικού υποκειμένου, ούτε ποτέ απέκτησε την παραμικρή λαϊκή βάση, παρά τις προσπάθειες που κατέβαλλε προς αυτή την κατεύθυνση.

Με αυτή την έννοια το καθεστώς που εγκαθιδρύθηκε την νύκτα της 20ης προς 21η Απριλίου, δεν ήταν φασιστικό , ούτε ένα καθεστώς απλά «Γραφειοκρατικού Αυταρχισμού», παρέμεινε ένα καθεστώς εκτάκτου ανάγκης, «βοναπαρτικής» υφής –όπως έχει αναλύσει ο Αριστόβουλος Μάνεσης– μια καθαρά στρατοκρατική δικτατορία.

Και όμως κατόρθωσε να διατηρηθεί στην εξουσία για πάνω από μια επταετία. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί ότι οφείλεται –σύμφωνα με τον Μάνεση– «συμβατικά και σχηματικά σε δύο κυρίως λόγους. Αφ’ ενός εξωτερικούς παράγοντες: στην ενεργό,  αποφασιστική υποστήριξη και ενίσχυση –στρατιωτική, οικονομική, διπλωματική– των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, αλλά και στην ανοχή και στην έμμεση υποστήριξη που του παρείχαν, διατηρώντας μαζί του διπλωματικές και αναπτύσσοντας εμπορικές και πολιτιστικές σχέσεις, οι κυβερνήσεις των χωρών του μακαρία τη λήξει λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού». Αφ’ ετέρου σε εσωτερικούς παράγοντες : όχι μόνο στην υποστήριξη των κυρίαρχων τάξεων με τα μεγάλα συμφέροντα αλλά και στην απάθεια και αδράνεια της μεγάλης λαϊκής μάζας. Πράγματι, μετά το αρχικό «σοκ» από την αναπάντεχη επιτυχή επιβολή της δικτατορίας, ζώντας κάτω από την αδυσώπητη και πανταχού παρούσα προληπτική και κατασταλτική αστυνόμευση , οι πολίτες έγιναν στην πλειονότητά τους ιδιώτες, ασχολούμενοι με την καθημερινή βιοτική τους μέριμνα –άλλοι «αγρόν ηγόρασαν», άλλοι «γυναίκα έγημαν» κλπ κατά το Ευαγγέλιο– κάνοντας ανώδυνη «παθητική αντίσταση», κυρίως με την από στόμα σε στόμα κυκλοφορία σαρκαστικών ανεκδότων που γελοιοποιούσαν τους δικτάτορες».

Το γεγονός εξηγείται, έχω την αίσθηση, από την ανυπαρξία στον κοινωνικό μας σχηματισμό για ιστορικό-πολιτικούς λόγους, μιας δυναμικής κοινωνίας πολιτών –με την Γκραμσιανή έννοια του όρου– ικανής να αρθρώσει όρους πολιτικής ανυπακοής, ως το δημοκρατικό ισοδύναμο, απέναντι στην «οργανωμένη βία», με εξαίρεση το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα μετά το 1972. Κίνημα που  αναδείχθηκε,  στο μόνο άλλωστε πολιτικό υποκείμενο, το οποίο με όρους κινήματος, συγκρούστηκε ανοικτά και δημόσια, με το δικτατορικό καθεστώς, ανέτρεψε τους προγραμματισμούς του, του αφαίρεσε κάθε ευχέρεια διαχειριστικών ελιγμών και κινήσεων, ενέτεινε τις εσωτερικές του φατρίες, το οδήγησε στην πλήρη απομόνωση από την κοινωνία. Ακριβώς και γι’ αυτό η κοινωνία παραχώρησε στο αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα μια ιδιότυπη πολιτική εξουσιοδότηση, βρίσκοντας σ’ αυτό τη δυνατότητα της άδολης έκφρασης της και υπεύθυνης δράσης  Πολιτικής Ανυπακοής.

Βέβαια η πλειονότητα της κοινωνίας –με τιμητική και φωτεινή εξαίρεση τις σχετικά ολιγάριθμες αντιστασιακές ομάδες και οργανώσεις διανοουμένων και στρατιωτικών, οι οποίες λειτουργούσαν ως καταλύτες εγρήγορων συνειδήσεων, αλλά και ως άλλοθι για τους πολλούς– παρ’ όλο που τήρησε παθητική στάση, αρνήθηκε πάντως να αναγνωρίσει την χούντα, όπως και η συντριπτική πλειονότητα, του προδικτατορικού πολιτικού προσωπικού, αρνήθηκε να συνεργαστεί μαζί της. Την κράτησαν σε συνεχή καραντίνα, δεν τις έδωσαν ποτέ το αναγκαίο έστω minimum λαϊκής συναίνεσης, μη επιτρέποντας  έτσι τελικά την όποια νομιμοποίησή της.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο όμως, οι πραξικοπηματίες μπορεί να κατέλαβαν την εξουσία με την βία, δεν κατόρθωσαν όμως ούτε μια στιγμή να την νομιμοποιήσουν, παρέμειναν σε ένα διαρκές θεσμικό αδιέξοδο και μια εντεινόμενη πολιτική απομόνωση. Από προσωρινό καθεστώς «έκτακτης ανάγκης» μετεξελίχτηκαν σε ένα καθεστώς μόνιμης καθημερινής, κρατικής ασυδοσίας και αυθαιρεσίας. Με μόνιμη αγωνία την διατήρησή τους στην εξουσία με κάθε τρόπο και μέσο.

Αλλά «και ο πιο δυνατός, δεν είναι ποτέ αρκετά ισχυρός, για να μείνει πάντοτε κυρίαρχος, αν δεν μετατρέπει τη δύναμη του σε δίκαιο και την υποταγή σε καθήκον» έγραφε ο J-J Rousseau. Η εξουσία όπως έλεγε και ο Πλάτων διατηρείται μόνο «πειθοί και βία» όχι μόνο βία. Έχοντας πλήρη επίγνωση της σκληρής αυτής πραγματικότητας, οι στρατοκράτες, έκαναν ότι περνούσε από το χέρι τους για να  αδρανοποιήσουν και να αλλοτριώσουν ιδεολογικά τον λαό. Ο παρωχημένος όμως ιδεολογικός τους λόγος, οι πατερναλιστικές και ηθικόλογες διακηρύξεις τους, η ανικανότητά τους να αποδεχθούν τις σύγχρονες  εξελίξεις στο πολιτισμικό επίπεδο, οι σπασμωδικές παλινωδίες τους, ανάμεσα στην απροκάλυπτη βία –τη μόνη μέθοδο επιβολής που γνώριζαν καλά– και τις  ευρωπαϊκές πιέσεις για εκδημοκρατισμό και «φιλελευθεροποίηση», οι εσωτερικές τους αντιθέσεις, δεν τους επιτρέπουν ούτε καν αυτό.

Το μόνο που τους απέμενε ήταν η καλλιέργεια στο κοινωνικό σώμα ενός κλίματος διάχυτης φοβίας και αδυναμίας αποτελεσματικής παρέμβασης. Κλίμα ιδιαίτερα αποτελεσματικό απέναντι στα κυρίαρχα μικροαστικά στρώματα, τα οποία από την θέση τους και κυρίως τον τρόπο πρόσληψης αυτής της θέσης, στο κοινωνικό γίγνεσθαι, αδυνατούν να αναλάβουν την όποια ευθύνη αυτόβουλης και αυτόνομης κοινωνικό-πολιτικής δράσης.

Τα φιλολαϊκά μέτρα της δικτατορικής απαρχής, η αύξηση των εισοδημάτων και της κατανάλωσης ,από τους ουσιαστικούς παράγοντες της παθητικής κοινωνικής στάσης παρά τους υπέρμετρους εξωτερικούς δανεισμούς, δεν μπορούν να συνεχισθούν σε βάθος χρόνου. Η   επιδείνωση της εύθραυστης οικονομικής κατάστασης λόγο της επεκτατικής, έντονα καταναλωτικής και μη παραγωγικής οικονομικής πολιτικής, που οδήγησε σύμφωνα με τον Σάκη Καράγιωργα σε μια διαδικασία αποβιομηχανοποίησης –η οποία συνεχίζεται και μετά την πτώση της χούντας– σε συνάρτηση με τις επιπτώσεις της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης οδηγούν σε ένα καλπάζοντα πληθωρισμό, πτώση της παραγωγής και νέα αύξηση του δανεισμού. Οι πολιτικές συνέπειες είναι άμεσες το τελευταίο επιχείρημα του δικτατορικού καθεστώτος περί οικονομικής συνεχούς ανάπτυξης εξαερώνεται. Η ωμή βία παρέμεινε για μια ακόμη φορά το μόνο του επιχείρημα.

Η άρση του στρατιωτικού νόμου και η δράση του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος έδωσε τη δυνατότητα εκδήλωσης της άρνησης προς την δικτατορία ευρύτερων στρωμάτων της κοινωνίας. Ο επιχειρούμενος μετασχηματισμός του δικτατορικού καθεστώτος σ’ ένα ελεγχόμενο από το στρατό ημικοινοβουλευτισμό αντίστοιχο του τουρκικού, βρέθηκε σε αδιέξοδο. Αποτέλεσμα –όπως αναλύει ο Δ. Χαραλάμπης– του συνδυασμού ιδεολογικής ένδειας και οικονομικής αποτυχίας.

Η άλυτη βασική αντίφαση μεταξύ αστικής εξουσίας και αστικής νομιμότητας καθίσταται αγιάτρευτη.

Η συνεχής και εναγώνια προσπάθεια κάποιας υποτυπώδους έστω νομιμοποίησης, δεν δικαίωσε το κράτος εκτάκτου ανάγκης, αντίθετα έδωσε διέξοδο στην παθητική αρνητική κοινωνική στάση.

Αυτά όλα δεν σημαίνουν βέβαια πως το δικτατορικό καθεστώς όλη την περίοδο που παρέμεινε στην διακυβέρνηση της χώρας δεν βρήκε ανθρώπους «μειωμένου ήθους ή νοημοσύνης ή και τα δύο» –όπως παρατηρεί εύστοχα και πάλι ο Αρ. Μάνεσης– να συνεργαστούν μαζί του. Και συνεχίζει: «Τέτοιοι καιροσκόποι, αριβίστες, μωροφιλόδοξοι, τυχοδιώκτες, αμοραλιστές –ή δειλοί, δειλαίοι, κουτοπόνηροι, μικρόνοες, επιπόλαιοι– όλος αυτός ο χυδαίος συρφετός των ασπόνδυλων γλοιωδών μαλακίων, που βρήκαν την ευκαιρία να αναρριχηθούν έρποντας, ξεφύτρωσαν παντού: στην κυβέρνηση, στη Διοίκηση, στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, στη Δικαιοσύνη, στην Εκκλησία, στα Πανεπιστήμια, στις Ένοπλες Δυνάμεις, στις δημόσιες υπηρεσίες, στη δημοσιογραφία, στα εργατικά συνδικάτα, στις διάφορες επαγγελματικές συντεχνίες, στα αθλητικά σωματεία».

Ο εσμός όμως αυτών των συνεργατών –που γλίτωσαν την όποια κύρωση λόγω της μεταπολιτευτικής νομικής κατασκευής, μετατροπής της επτάχρονης δικτατορίας σε «στιγμιαίο έγκλημα»– δεν ήταν αρκετός για να διασφαλίσει την δικτατορική εξουσία.

Ο φόβος του Λαού την συνείχε συνεχώς, από την αρχή ως το προδοτικό και άδοξο τέλος της. Γι’ αυτό και σε καμιά στιγμή δεν τόλμησε να θέσει σε εφαρμογή ούτε τα δικά της χρονοδιαγράμματα «φιλελευθεροποίησης», ούτε τα δικά της «Συντάγματα». Ενώ έκδηλος είναι ο φόβος στα τελευταία, τα οποία απαγορεύουν «ιδεολογίας σκοπούσας εις την ανατροπήν ή την υπονόμευσιν του υφισταμένου πολιτειακού ή κοινωνικού καθεστώτος» ή « συνδεομένας προς τας αρχάς και τα προγράμματα κομμάτων διαλυθέντων ή τεθέντων εκτός νόμου».

Ο ίδιος φόβος αναδεικνύεται ανάγλυφα και στους λόγους των πρωτεργατών του πραξικοπήματος ακόμη και του «δοτού» –κατά δικό του αυτοπροσδιορισμό– «πρωθυπουργού» Σπ. Μαρκεζίνη που κραυγάζει από το Πεντάγωνο μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου: «Ο εχθρός δεν θα περάσει».

Η έννοια του «εσωτερικού εχθρού», υπερβαίνει την μεταεμφυλιοπολεμική της διάσταση, διαχωρισμού των πολιτών σε εθνικόφρονες και μη,  διευρύνεται δυνάμει σε κάθε πολίτη ακόμη και σε όλο το εκλογικό σώμα,  μετατρέπεται σε «εχθρό Λαό», τον οποίο φοβάται το στρατοκρατικό καθεστώς , αλλά και εφευρίσκει για να τονώσει, όποτε χρειάζεται, την υπό αίρεση εσωτερική συνοχή του.

Η χωρίς προοπτική και ορατή διέξοδο αυτή πραγματικότητα και η εντεινόμενη δημόσια αντιπαράθεση του Φοιτητικού κινήματος,  εξαντλεί τα όρια αντοχής και ανοχής του δικτατορικού καθεστώτος. Το κίνημα του Πολεμικού Ναυτικού, εμφανίζει καθαρά την μη αποδοχή του καθεστώτος από τμήματα του ίδιου του στρατεύματος. Οι δηλώσεις του Κ.Καραμανλή από το Παρίσι στην εφημ. «Βραδυνή», που καλεί ανοικτά τον στρατό να ανατρέψει το καθεστώς. Οι αντιθέσεις Παπαδόπουλου – Γρίβα για το Κυπριακό. Η απαρχή μιας κάποιας απαγκίστρωσης από τις αμερικανικές επιλογές στην εξωτερική πολιτική μπροστά στην νέα  αραβοϊσραηλινή κρίση, η απομόνωση από τη Δυτική Ευρώπη και το συνεχιζόμενο πάγωμα της συμφωνίας σύνδεσης με την ΕΟΚ. Οι διαφοροποιήσεις ανάμεσα στους πραξικοπηματίες σε σκληρούς δικτατορικούς και εκείνους που επιθυμούν μια κάποια μορφή ελεγχόμενης από τον στρατό «ομαλοποίησης», ωθούν τον αρχιπραξικοπηματία Γ. Παπαδόπουλο τελικά, στη μόνη κίνηση που του απέμενε, την περίφημη «φυγή προς τα εμπρός», με την και τυπικά κατάργηση της Μοναρχίας, την αυτοανακύρηξη του σε «Πρόεδρο Δημοκρατίας», την άρση του στρατιωτικού νόμου, τη γενική αμνηστία των πολιτικών κρατουμένων, τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος και την εφαρμογή νέου «Συντάγματος».

Το καλοκαιρινό του 1973 αυτό το εγχείρημα, δείχνει ότι μπορεί να έχει επιτυχία. Οι συζητήσεις και επαφές του Παπαδόπουλου με μικρό έστω τμήμα του παλιού αστικού πολιτικού προσωπικού, ο σχηματισμός «κυβέρνησης» από τον επικεφαλής του μικρού προδικτατορικού Κόμματος των Προοδευτικών Σπ. Μαρκεζίνη και η εξαγγελία εκλογών για τον Φεβρουάριο του ’74,  φαίνεται να δημιουργούν όρους μιας νέας αστικής νομιμότητας, υπέρβασης της αδιέξοδης ανομίας στην οποία είχε περιέλθει το το δικτατορικό καθεστώς.

Το πείραμα ενός ελεγχόμενου και θεσμικά πια από το στρατό, περάσματος και πάλι στον μετεμφυλιακό κοινοβουλευτισμό χαιρετίζεται από τον Σύνδεσμο των Βιομηχάνων, ενώ η πλειονότητα του παλαιού πολιτικού κόσμου, μεγάλων τμημάτων της ηγεσίας της Αριστεράς συμπεριλαμβανομένων, προσβλέπει προς αυτή την προοπτική ως τη μόνη «ρεαλιστικά» εφικτή λύση. Φωτεινή εξαίρεση από τον παλιό αστικό πολιτικό κόσμο και πάλι  ο Παν. Κανελλόπουλος και οι Γ. Μαύρος , Ι. Ζίγδης και Π. Παπαληγούρας  και από την αριστερά, η ηγεσία του ΚΚΕ και το ΠΑΚ του Α. Παπανδρέου.

Η δημιουργία μιας «αναπαλαιωμένης» αστικής νομιμότητας εκτιμά ο δικτάτορας ότι από την μια θα διέλυε τα διλήμματα συνείδησης μεγάλων τμημάτων του κοινωνικού σώματος, με αποτέλεσμα την περιθωριοποίηση της αντίστασης των φοιτητών/ τριών, που από στάση υπεράσπισης της νομιμότητας, θα μετατρέπονταν σε στάση άρνησής της, ενώ η επίδραση των πολιτικών δυνάμεων θα λειτουργούσε διασπαστικά στο εσωτερικό του.

Από την άλλη θα του επέτρεπε να υπερβεί όλα τα άλλα αδιέξοδα και να δημιουργήσει στοιχεία υποδομής ενός ελεγχόμενου αυτομετασχηματισμού του κράτους εκτάκτου ανάγκης και υπέρβασης της ενδοαστικής ιδεολογικής αντίφασης.

Το καθεστώς όμως, για μια ακόμη φορά,  αποδεικνύεται  ανίκανο να κατανοήσει τόσο την παθητική έστω, αλλά υπαρκτή απόρριψη του από το κοινωνικό σώμα, που βρίσκει στο φοιτητικό κίνημα την άδολη έκφραση των διαθέσεών του, όσο και το χαρακτήρα και τη βαθύτερη ουσία αυτού του αυθόρμητου και πολικά αυτόνομου κινήματος που εμφανίζεται ως ο μόνος αντίπαλος πολιτικός πόλος, των επιλογών του.

Έτσι με την αρχή του Φθινοπώρου βρίσκετε αντιμέτωπο ξανά με το φοιτητικό κίνημα που με αμείωτο το πολιτικό του κύρος, ηγείται της όλης αντιστασιακής πάλης, πλαισιωμένο πια ενεργά από ένα μεγάλο ακροατήριο αφυπνισμένων πολιτών.

Οι φοιτητές\τριες πριν καλά  ανοίξουν οι  Σχολές τους, βρίσκονται στους δρόμους. Η βίαιη ανατροπή του μαρξιστή προέδρου της Χιλής Σαλβαντόρ Αλίεντε από την χούντα του στρατηγού Πινοσέτ με την ανοιχτή υποστήριξη των ΗΠΑ, δίνει το έναυσμα και το χαρακτήρα καθαρά πολιτικών αντιδικτατορικών και αντιαμερικανικών διαδηλώσεων κιόλας από τον Σεπτέμβριο, που βαίνουν αμείωτες όλο το επόμενο δίμηνο με αποκορύφωμα τις ανοιχτές και βίαιες συγκρούσεις –πετροπόλεμο με τις αστυνομικές δυνάμεις, στήσιμο οδοφραγμάτων σε πολλά σημεία της πρωτεύουσας, νέες συλλήψεις κ.λπ.– που ακολουθούν το μνημόσυνο του Γ Παπανδρέου στις 4 Νοεμβρίου.

Η πλατιά πρωτοσέλιδη δημοσιότητα των κινητοποιήσεων, ιδιαίτερα από το συγκρότημα Λαμπράκη, οι ξένοι ανταποκριτές, οι ελληνικές εκπομπές του εξωτερικού, προβάλλουν το φοιτητικό κίνημα ως το μοναδικό συνεπές και αποφασιστικό πολιτικό αντίπαλο του πειράματος Μαρκεζίνη, εκφραστή της ανάγκης μιας ανόθευτης πλατιάς δημοκρατικής ομαλότητας και που θα υπερέβαινε  τα μετεμφυλιοπολεμικά και στρατοκρατικά όρια.

Οι προσπάθειες του καθεστώτος μέσα στα πλαίσια αυτά, να επιδείξει ένα ‘φιλελεύθερο’ προσωπείο και να εκτονώσει τη φοιτητική δράση με σπουδαστικές διευκολύνσεις, επιστροφή των βίαια στρατευμένων φοιτητών, αλλά και αναβολή των αρχαιρεσιών στους σπουδαστικούς συλλόγους, οδηγούν και πάλι στο ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα.

Τα μεν σπουδαστικά μέτρα αφήνουν αδιάφορο ένα συνολικά πια ριζοσπαστικοποιημένο κίνημα, η αναβολή των αρχαιρεσιών το προκαλεί, ενώ η επιστροφή των στρατευμένων χαιρετίζεται ως νίκη ,η οποία συμβάλλει ταυτόχρονα στην ακόμη μεγαλύτερη μαζικοποίηση του και τονώνει την αγωνιστική του αυτοπεποίθηση.

Η κατάσταση έχει πάρει πια εκρηκτικές διαστάσεις, που όσο κι’ αν καμία πολιτική δύναμη δεν κατανοεί την έκταση και το βάθος τους, αυτή αναζητά ένα τυχαίο σπινθήρα για να εκραγεί. Άλλωστε οι εξεγέρσεις δεν οργανώνονται, ξεσπούν ανατρέποντας τις πολιτικές αναλύσεις και γραμμές, υπερβαίνοντας ακόμη και αυτούς τους φυσικούς  συντελεστές τους .

Και  αυτό ακριβώς το τυχαίο και αυθόρμητο συνέβη το πρωί της 14ης Νοεμβρίου και εξελίχθηκέ με μορφή χιονοστιβάδας όλο το επόμενο τριήμερο.

Τα γεγονότα είναι λίγο πολύ γνωστά , η ραγδαία εξάπλωσή τους σ’ όλες τις πόλεις  με Πανεπιστημιακές Σχολές , το αγκάλιασμά τους ενεργά από χιλιάδες πολίτες όλων των κοινωνικών στρωμάτων, τάξεων και πολιτικών πεποιθήσεων που βγαίνουν στους δρόμους  συγκρουόμενοι με τις δυνάμεις καταστολής, τους δίνουν χαρακτήρα της ανοιχτής εξέγερσης. Η πανελλαδική ακτινοβολία τους και η ζώσα εξιδανικευτική τους μνήμη πιστοποιούν τον τρόπο βίωσής τους από τη λαϊκή συνείδηση ως ηθική νίκη, ως στάση αξιοπρέπειας και δημοκρατικότητας απέναντι στην αυθαιρεσία ,τον αυταρχισμό και τη βαρβαρότητα, ως αποκλειστικά δικό της γεγονός. Ακριβώς γι’ αυτό και οι εκ των υστέρων  προσπάθειες υποταγής τους σε σκοπιμότητες –από την αγιοποίηση-μυθοποίηση κάποιων αδούλωτων νιάτων, τα οποία  ξαφνικά ως εις άνθρωπος …κλπ μέχρι την πλήρη αμφισβήτηση τους– δεν μπορούν να αντέξουν στο βάσανο της κριτικής ανάλυσης, ούτε και να κλονίσουν ή να καλουπώσουν σε προκατασκευασμένα πλαίσια το γεγονός της εξέγερσης.

Γι’ αυτό εκείνο που έχει σημασία είναι η κατανόηση  ότι :

Ο Νοέμβριος του ’73, είναι το αυθόρμητο αποτέλεσμα των συνολικών και συλλογικών διεργασιών όλης της δεκαετίας του ’60 –εσωτερικών και εξωτερικών– όπως βιώθηκαν με όρους κινήματος από την κοινωνική κατηγορία φοιτητές\τριες στις ιδιαιτερότητες του νεοελληνικού κοινωνικού σχηματισμού.

Οι πολιτικές συνέπειες της εξέγερσης και η βίαιη καταστολή της, ανέδειξαν την δομική αστάθεια του κράτους εκτάκτου ανάγκης, την πλήρη αποκοπή του από τις συντελούμενες διεργασίες σε επίπεδο κοινωνίας πολιτών, το όριο αντοχής της διαδικασίας νομιμοποίησης που επιχείρησε, την τελειωτική αποτυχία του να πετύχει κάποια μορφή συναίνεσης. Σήμαναν το τέλος όχι μόνο του Γ Παπαδόπουλου και του εγχειρήματος της ελεγχόμενης από το στρατό ‘φιλελευθεροποίησης’, αλλά και την ολοκληρωτική κρίση της στρατιωτικής δικτατορίας. Γεγονός στο οποίο η τρομοκρατία των επόμενων 8 μηνών δεν μπόρεσε να αλλάξει τίποτα. Η επανάληψη δεν ήταν παρά η τελευταία πράξη ενός χαμένου και αδιέξοδου παιχνιδιού.

Δεν ήταν άλλωστε τα γεγονότα της εξέγερσης που οδήγησαν στο ενδοχουντικό πραξικόπημα της 25ης Νοεμβρίου το οποίο είχε προετοιμασθεί ακόμη και ως προς τις ημερομηνίες από τον Αύγουστο, ανεξάρτητα αν έδωσαν στο σκληρό χουντικό πυρήνα την ιδανική ευκαιρία.

Ευκαιρία κατάληψης της αρχής χωρίς καμία όμως δυνατότητα πολιτικών πρωτοβουλιών, πέρα από την καταδίκη του πολιτικάντικου καιροσκοπισμού του Παπαδόπουλου και την προδοσία των «ιδανικών της επαναστάσεως» καθώς και την επανεμφάνιση του αρχικού  αντιολιγαρχικού λόγου, τον εκθειασμό των παραδοσιακών αγροτικών και ‘ελληνοχριστιανικών’ αξιών, τις πατερναλιστικές διακηρύξεις, υπέρ του λαού, την ηθικολογία, τον πουριτανισμό και τις επιφυλάξεις. Καταλυτικές όμως ήταν οι συνέπειες και σε κοινωνικό επίπεδο. Το φοιτητικό κίνημα καταρρακώνει την όλη κυρίαρχη εμφυλιοπολεμική ιδεολογία, και οδηγεί την κοινωνία να συνειδητοποιήσει ότι η πτώση της χούντας είναι δική της υπόθεση. Ότι η εξουσία της απόφασης μπορεί να είναι στα χέρια των ίδιων εκείνων που ανιδιοτελώς αναλαμβάνουν και το κόστος της εφαρμογής της. Ότι είναι δυνατή στη πράξη η δημιουργία ιστορίας από τα ίδια τα υποκείμενα που την ζουν.

Το γεγονός εξηγείται, έχω την αίσθηση, από την ανυπαρξία στον κοινωνικό μας σχηματισμό για ιστορικό-πολιτικούς λόγους, μιας δυναμικής κοινωνίας πολιτών –με την Γκραμσιανή έννοια του όρου– ικανής να αρθρώσει όρους πολιτικής ανυπακοής, ως το δημοκρατικό ισοδύναμο, απέναντι στην «οργανωμένη βία», με εξαίρεση το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα μετά το 1972. Κίνημα που αναδείχθηκε,  στο μόνο άλλωστε πολιτικό υποκείμενο, το οποίο με όρους κινήματος, συγκρούστηκε ανοικτά και δημόσια, με το δικτατορικό καθεστώς, ανέτρεψε τους προγραμματισμούς του, του αφαίρεσε κάθε ευχέρεια διαχειριστικών ελιγμών και κινήσεων, ενέτεινε τις εσωτερικές του φατρίες, το οδήγησε στην πλήρη απομόνωση από την κοινωνία. Ακριβώς και γι’ αυτό η κοινωνία παραχώρησε στο αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα μια ιδιότυπη πολιτική εξουσιοδότηση, βρίσκοντας σ’ αυτό τη δυνατότητα της άδολης έκφρασης της και υπεύθυνης δράσης  Πολιτικής Ανυπακοής  απέναντι στη ‘διεφθαρμένη και παρακμιακή Δύση’. Πέρα τελικά από το ύστατο καταφύγιο της πατριδοκαπηλίας, που οδήγησε στο έγκλημα της Κύπρου και την πλήρη κατάρρευση του κράτους εκτάκτου ανάγκης.

Καταλυτικές όμως ήταν οι συνέπειες και σε κοινωνικό επίπεδο. Το φοιτητικό κίνημα καταρρακώνει την όλη κυρίαρχη εμφυλιοπολεμική ιδεολογία, και οδηγεί την κοινωνία να συνειδητοποιήσει ότι η πτώση της χούντας είναι δική της υπόθεση. Ότι η εξουσία της απόφασης μπορεί να είναι στα χέρια των ίδιων εκείνων που ανιδιοτελώς αναλαμβάνουν και το κόστος της εφαρμογής της. Ότι είναι δυνατή στη πράξη η δημιουργία ιστορίας από τα ίδια τα υποκείμενα που την ζουν.

Πρόκειται για γεγονότα πρωτόγνωρα για την έτσι κι’ αλλιώς αδύναμη κοινωνία πολιτών του κοινωνικού μας σχηματισμού, τα οποία ανατρέπουν μια σειρά προκαταλήψεις και δόγματα, υπερβαίνουν παραδοσιακές πολιτικές, διαμορφώνουν  πιεστικές συνθήκες  διαλόγου για τις δυνάμεις της αντίστασης, διευρύνουν «τον κύκλο των κατακτήσεων του προοδευτικού κινήματος –όπως αναλύει ο Ολ. Δαφέρμος– σε σφαίρες που ως εκείνη τη στιγμή ήταν αδιανόητες τόσο για τις δυνάμεις της αριστεράς όσο και για τις αντίπαλες δυνάμεις».

Και είναι, έχω την αίσθηση, η μνήμη αυτής της μόνης αδιαμεσολάβητης παρουσίας της κοινωνίας των πολιτών σ’ όλη τη μεταπολεμική πορεία, που καθιστά το Πολυτεχνείο ’73, διαχρονικό σημείο αναφοράς που υπερβαίνει τα όποια όρια επιχειρούν κατά καιρούς να θέσουν στη δυναμική του φύση, εχθροί μα και άσπονδοι φίλοι.

Η γρήγορη κατάρρευση του στρατιωτικού καθεστώτος και η πολιτική βραδύτητα των διεργασιών στους κόλπους των δυνάμεων της αριστεράς και της αντίστασης,  να χαράξουν έγκαιρα μια σαφή εναλλακτική στρατηγική πρόταση, απέναντι στην κρίση εκπροσώπησης του όλου μετεμφυλιοπολεμικού συστήματος οργάνωσης της αστικής εξουσίας, που δημιούργησε η τομή του Πολυτεχνείου, οδήγησε βέβαια τη μεταπολίτευση  στα  γνωστά περιοριστικά αστικά  πλαίσια – όρια.

Όρια μέσα στα οποία το Αντιδικτατορικό Φοιτητικό Κίνημα παρά την αναμφισβήτητη αίγλη του δεν ήταν δυνατό να δράσει πια ηγεμονικά. Να υπάρξει με όρους αυτόνομου κινήματος.

Το ‘ειδικό βάρος’ του στην πολιτική σφαίρα είχε πια εξαντληθεί όχι όμως και το ηθικό, που παρέμενε αμείωτο. Γι’ αυτό και όλα τα πολιτικά κόμματα χρησιμοποίησαν, ως άτομα όμως, στελέχη του, στη πλαισίωση των μηχανισμών τους. Η ελπίδα όμως μιας άλλης στρατηγικής διεύρυνσης και υπέρβασης των ορίων της έμμεσης δημοκρατικής διαχείρισης, δεν ήταν δυνατό να βρει έκφραση μέσα στη νέα μορφή και δομή αστικής εξουσίας, όπως αυτή κυριάρχησε μετά τις 23 Ιουλίου 1974, όσο κι’ αν επηρέασε την πορεία ουσιαστικοποίηση της Γ’ Ελληνικής αβασίλευτης κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας. Της πιο μακρόβιας και σταθερής ομαλής πορείας του τόπου από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους.

Το όνειρο έμεινε ανεκπλήρωτο οι πρωτόγνωρες πολιτικές και πολιτιστικές ελευθεριακές διεργασίες των νέων οριζόντων που είχε κατακτήσει  δεν μπόρεσαν να μετουσιωθούν σε μονιμότερα στοιχεία κοινωνικού μετασχηματισμού, γρήγορα  χάθηκαν και οι  φορείς τους βρέθηκαν στο μέγιστο ποσοστό τους έξω από το κυρίαρχο πολιτικό σκηνικό, όπως και πολλοί και πολλές από εκείνους και εκείνες που συμμετείχαν ενεργά στην Αντίσταση κατά της Χούντας των Συνταγματαρχών.

***

Και είναι κάτω από αυτό το πρίσμα που το δικτατορικό καθεστώς μιας 7ετούς βαρβαρότητας και καταστολής, ενός πνεύματος στρατώνα που τόσο χαρακτηριστικά αναδεικνύει εκείνο το «αποφασίζομεν και διατάσσομεν» των στρατοκρατιών διαταγμάτων, μετατράπηκε εύκολα σε νομικό πλάσμα ενός στιγμιαίου εγκλήματος.

Που δεν επέτρεψε τη μοναδική σε παγκόσμιο επίπεδο για ανάλογες περιπτώσεις, έστω και μετά από ιδιωτική πρωτοβουλία, σύλληψη, δίκη, καταδίκη και ισόβια τελικά κράτηση των πρωταιτίων του πραξικοπήματος, να προσληφθεί από το κοινωνικό σώμα ως δημοκρατική νίκη, ως ρομφαία, ως επιβολή έστω στοιχειώδους δικαιοσύνης. Αλλά στην αρχή ως στάχτη στα μάτια μπροστά στον κοινωνικό αναβρασμό και την μεταπολιτευτική υπερπολιτικοποίση, ως κάτι μεταβατικό το οποίο σιωπηρά θα ανατρέπονταν, και στη συνέχεια όσο πέρναγαν τα χρόνια ακόμη και ως πράξη εκδίκησης, η οποία έπρεπε για λόγους ανθρωπιστικούς κάποτε να λήξει.

Λησμονώντας ότι οι δικτάτορες και τα όργανα τους υπήρξαν ένοχοι κάθε είδους εγκλημάτων. Από την εσχάτη προδοσία που ματώνει ακόμη το έδαφος και τους πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας, την στάση και την παραβίαση του όρκου τους, τους φόνους, τα βασανιστήρια, τις σωματικές βλάβες, τις παράνομες συλλήψεις, κατακρατήσεις, φυλακίσεις, εξορίες χιλιάδων πολιτών, τις αυθαίρετες στερήσεις ιθαγένειας, τις αθρόες απολύσεις και διώξεις εργαζομένων κάθε κατηγορίας, πανεπιστημιακών, δικαστικών, ιεραρχών και απλών κληρικών, αξιωματικών, τις απάτες, τις καταχρήσεις χρημάτων και εξουσίας.

Επέτρεψε επίσης μια σειρά αρνητικά φαινόμενα που παροξύνθηκαν ή δημιουργήθηκαν εκείνη την περίοδο, να διαιωνίζονται στο δημοκρατικό μας σήμερα. Από την αισθητική του κίτς των φανφαρόνικων τελετών της Δικτατορίας, την καχεξία διάκρισης μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού, την διαιώνιση ενός μικροαστικής υφής διάχυτου μηδενισμού λαϊκιστικών προταγμάτων μανιχαϊκού τύπου, συντηρητικών και γραφειοκρατικών αδρανειών της Διοίκησης, μέχρι την άλογη «ελληνοχριστιανική», εθνικιστική ρητορεία, μιας ιδεαλιστικής προσωποκεντρικής και πάντα εθνοκεντρικής πρόσληψης του κόσμου, που μεταφέρει τις ευθύνες μας ως πολιτών και ως συλλογικοτήτων, σε συνομωσίες σκοτεινών κέντρων και  ξένων μεγάλων δυνάμεων. Γεγονός που αποτρέπει την κοινωνία να αντιλαμβάνεται τις πραγματικές ευθύνες της και διαστάσεις των προβλημάτων που αντιμετοπίζει, να μην κατανοεί τα νέα δεδομένα του σύγχρονου πλουραλιστικού γίγνεσθαι, των ανεπτυγμένων χωρών στις οποίες ανήκει πια η Ελλάδα.  Να  μην αποδέχεται επίσης τον Άλλο ως ισότιμη προσωπικότητα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες και πολιτισμικές αξίες ως αναφαίρετες και αυτονόητες για όλους και όλες, χωρίς διάκρισεις φύλου, καταγωγής , θρησκείας, ιδιαίτερων ατομικών και πολιτισμικών ευαισθησιών.

Απέναντι σ’ αυτή την πραγματικότητα έλλειψης αυτογνωσίας που η αντίσταση στη Δικτατορία γενούσε ως αίτημα και την στρατηγική της λησμονιάς, –μόνιμο αιτούμενο κάθε εξουσίας– σε χρόνια αμνημοσύνης όπως αυτά που διανύουμε, η ενεργός μνήμη είναι το μόνο όπλο της καθεμιάς και του καθένα, όσων επιμένουμε, να σκεπτόμαστε, να κρίνουμε, να ονειρευόμαστε, να συν-κινούμαστε ως ελεύθεροι και ενεργοί πολίτες και όχι ως παθητικοί ιδιώτες, καταναλωτές του ίδιου του θεάματος της ζωής μας.

Σ’ αυτή την ενεργό μνήμη εγρήγορων συνειδήσεων, σ’ αυτή την αντιστασιακή στάση απέναντι σε επελαύνουσες νέες και πονηρότερες βαρβαρότητες, επιχειρεί να συμβάλει και ο Σύνδεσμος Φυλακισθέντων και Εξορισθέντων Αντιστασιακών. Επιχειρούμε να συμβάλουμε και όσες και όσοι αναλάβαμε την ευθύνη αυτού του έργου, απαρχή ενός ευρύτερου στόχου του ΣΦΕΑ για τη δημιουργία ενός πλήρους και λειτουργικού Μουσείου  Αντίστασης στους χώρους του κολαστηρίου του ΕΑΤ/ ΕΣΑ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Στέλιος Ελληνιάδης

ΑΠΟΨΕΙΣ & ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο

του Βένιου τα καμώματα

Καιρός ήταν να μπούμε στην ψηφιακή εποχή. Μιας που έτσι κι αλλιώς γράφω, όσοι ενδιαφέρονται μπορούν να διαβάσουν εδώ είτε δικά μου κείμενα είτε κείμενα που τράβηξαν την προσοχή μου. Καλως ήρθατε!

ΣΥΡΙΖΑ/EKM Χολαργού - Παπάγου

Μονόδρομοι υπάρχουν μόνο όταν ο καθένας πορεύεται μόνος του

AΡΧΕΙΟ ΕΝΘΕΜΑΤΩΝ 2010- 8.5.2016

Επιμέλεια: Στρατής Μπουρνάζος - Συντακτική ομάδα: Μάνος Αυγερίδης, Μαρία Καλαντζοπούλου, Ιωάννα Μεϊτάνη, Στρατής Μπουρνάζος

The WordPress.com Blog

The latest news on WordPress.com and the WordPress community.

Αρέσει σε %d bloggers: