ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ – ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΡΟΤΑΓΜΑ ΤΟΥ 1821 ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΤΟΥ

Αναδημοσίευση παλαιότερης, αλλά λίαν επίκαιρης, πανηγυρικής ομιλίας του ΑΛΚΗ ΡΗΓΟΥ*  στην Πανεπιστημιακή Κοινότητα του Παντείου Πανεπιστημίου

Κύριε Πρύτανη

Αγαπητές Συναδέλφισες και Συνάδελφοι αυτής της μικρής Πανεπιστημιακής Κοινότητας –Φοιτητών, Πανεπιστημιακών Δασκάλων και μελών του Διοικητικού Προσωπικού- του Παντείου

Κυρίες και Κύριοι

Σε μια εποχή «χρόνων αμνημοσύνης» -όπως ονοματίζει την περίοδο που ζούμε ο Max Friss– έχω την πικρή αίσθηση, ότι οι επετειακές αναφορές στα μεγάλα γεγονότα του ιστορικού χθες της πατρίδας μας και οι επίσημες πανηγυρικές εκδηλώσεις που τα πλαισιώνουν, προσλαμβάνονται από την πλειονότητα των συμπολιτών μας, αλλά και από εμάς τους ίδιους, ως εκ-καθήκοντος τελετές αναμνησιολογίας κενές ουσιαστικού περιεχομένου, οι οποίες το πολύ- πολύ να επαναφέρουν στη μνήμη κάποιες χιλιοειπωμένες στερεοτυπικές ιστορικές γνώσεις, ενός παρελθόντος, χωρίς συνέπειες και συνέχειες στο παρόν κοινωνικό -πολιτικό και ιδεολογικό- πολιτισμικό γίγνεσθαι.

Το γεγονός δεν είναι θαρρώ, δυσερμήνευτο σ’ ένα κοινωνικό σχηματισμό ως ο νεοελληνικός, στον οποίο όπως έγραφε πριν κάποια χρόνια ο Γιώργος Δερτιλής «κλείνει ιδρύματα ιστορικής έρευνας, πολτοποιεί αρχεία, καίει φακέλλους, πάσχει δηλαδή από ηθελημένη αμνησία».

Η ηθελημένη όμως αμνησία, οδηγεί τελικά σε κοινωνική και πολιτική ακρισία, που σακατεύει τη δυνατότητα αυτογνωσίας μιας κοινωνίας, την πολιτική της πράξη, τα συλλογικά της οράματα. Καταλήγει σ’ αυτό που οι ψυχολόγοι προσδιορίζουν ως απώθηση.

Η απώθηση δε της γνώσης του ιστορικού χθες, συντελείται την ίδια ώρα -και εδώ μπορούμε να ανιχνεύσουμε το σχιζοφρενικό του πράγματος– που μόνο ίσως στην Ελλάδα και κάποιες ακόμα χώρες της Βαλκανικής, η εθνική ιστορία προσλαμβάνεται ως ένα διαρκές ανοικτό διακύβευμα.

Ο Ελληνοχριστιανικός, εθνικιστικός λόγος, ιδεολογικής και επιλεκτικής χρήσης του ιστορικού γεγονότος, έρχεται ως ηγεμονεύουσα ιδέα, να καλύψει με τη συγκολλητική ουσία της άχρονης και σε μεγάλο βαθμό άλογης ιδεοληψίας του, τις πρόδηλες πολιτικές και λογικές αντιφάσεις του σχιζοφρενικού αυτού παράδοξου.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο δεν είναι λοιπόν καθόλου παράξενο, η ρήση του εθνικού ποιητή «Το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί πατριωτικό ότι είναι αληθινό» να παραμένει ακόμη ζητούμενο.

Πολύ περισσότερο βέβαια η κραυγή εκείνου του πρωτομάστορα του ξεσηκωμού Ρήγα Βελεστινλή –«συλλογάται καλά, όποιος ελεύθερα συλλογάται»– να μην βρίσκει ακόμη το υλικό της αντίκρισμα σ’ ένα κοινωνικό σχηματισμό, που συνεχίζει σχεδόν αβίαστα να αντιλαμβάνεται την ιστορική του πορεία ως μια αέναη κυκλική κίνηση, γεγονός που παραπέμπει προφανώς σε παραδοσιακές προνεωτερικές μορφές πρόσληψης της κοινωνικής εξέλιξης και δυναμικής.

Κι’ όμως 180 χρόνια από τις επαναστατικές διεργασίες που αποτέλεσαν τη γενεσιουργό πράξη η οποία οδήγησε μετά ένα δεκαετή εξωτερικό και εσωτερικό αγώνα στη δημιουργία της κρατικής μας υπόστασης στα 1830 και μετά από μια, για πρώτη φορά, 27χρονη ομαλή πολιτική ζωή αυτού του κράτους, θα έπρεπε να είμαστε σε θέση ως κοινωνία πολιτών να προσλαμβάνουμε τις ιστορικές μας επετείους ως δημιουργικές ευκαιρίες ατομικού και συλλογικού αναστοχασμού, αντλώντας από αυτές διδάγματα και αναλογίες για το σήμερα.

Μια που τελικά κάθε επέτειος αποτελεί εισβολή του χθες χρόνου στον παρόντα, μέσα από το πρίσμα του οποίου και τις ανάγκες που δημιουργεί, προσλαμβάνεται.

Γι’ αυτό και κάθε εποχή ξαναγράφει την ιστορία.

Και προς αυτή την κατεύθυνση θα επιχειρήσει να κινηθεί ο συγκεκριμένος πανηγυρικός λόγος, από το βήμα ευτυχώς ενός κατά τεκμήριο χώρου ελεύθερης, αδογμάτιστης κριτικής ανάλυσης και έρευνας του ιστορικού γίγνεσθαι, όπως αυτός ενός Πανεπιστήμιου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. Ενός δηλαδή Ιδρύματος και ενός ακροατηρίου που θητεύει την επιστήμη και όχι τη μυθολογία, που αναζητά κάτω από το πέπλο της επιφάνειας την ζώσα αντιφατική και πάντα πολύπλοκη πραγματικότητα της κοινωνικής εξέλιξης, που δεοντολογικά τουλάχιστον έχει κατανοήσει ότι η έρευνα δεν μπορεί ούτε πρέπει να ανακόπτεται μπροστά στις όποιες -θρησκευτικές, εθνικές, κρατικές, κομματικές ή άλλες- σκοπιμότητες της συγκυρίας.

Σκοπιμότητες που αναδεικνύονται νομίζω ήδη από το περιεχόμενο του Βασιλικού εκείνου Διατάγματος του πρώτου …ελέω Θεού μάλιστα Βασιλέως της Ελλάδος Όττο Βίτελσμπάχ που πριν 163 χρόνιαστις 15 Μαρτίου 1838, ανακάλυπτε και καθιέρωνε την 25η Μαρτίου καθόλου τυχαία, αν και τελείως ανιστόρητα, ως ημέρα έναρξης του εθνικό-απελευθερωτικού αγώνα.

 «Επί τη προτάσει της Ημετέρας επί των Εκκλησιαστικών κ.λ.π. Γραμματείας θεωρήσαντες ότι η ημέρα της 25ης Μαρτίου, λαμπρά καθ’ εαυτήν εις πάντα Έλληνα δια την εν αυτήν τελούμενην εορτήν του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτοκού, είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος δια την κατ’ αυτήν την ημέραν έναρξιντου υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος του Ελληνικού Έθνους δια τούτο

 ΚΑΘΙΕΡΟΥΜΕΝ

 την ημέραν ταύτην εις το διηνεκές ως ημέραν Εθνικής εορτής και διατάττομεν την διαληφθείσαν Ημετέραν Γραμματείαν να δημοσιεύση και ενεργήση το παρόν Διάταγμα

Εν Αθήναις τη 15η Μαρτίου 1838
 ΟΘΩΝ
Ο επί των Εκκλησιαστικών κ.λ.π.
 Γραμματεύς της Επικρατείας
 Γ. ΓΛΑΡΑΚΗΣ»

Η ιδεολογική σύζευξη Ορθοδοξίας και Αγώνα Ανεξαρτησίας έχει ήδη πλεχτεί, η ληξιαρχική πράξη γένεσης του ελληνοχριστιανικού ιδεολογήματος έχει βρει την τυπική απαρχή της.

Οι σχέσεις εκκλησιαστικού θεσμού και αυταρχικού κρατικού οικοδομήματος, που από κοινού συμφέροντος ορμώμενες, ήθελαν να υπερβούν όλες εκείνες τις διαφωτιστικές, ορθολογικές, φιλελεύθερα ριζοσπαστικές ιδέες και πράξεις μιας ασεβούς αντίληψης προς την κρατούσα την εποχή διεθνούς «τάξης πραγμάτων», επιχειρούν με το Οθωνικό «διατάττομεν» να ξεπεράσουν την ιστορία.

Να υπερβούν τις «κινητήριες δυνάμεις» και ιδέες που οδήγησαν στην πολιτική αναγέννηση της Ελλάδος, όπως από τότε ανέλυε με περίσσια διορατικότητα ο τόσο μέχρι τις μέρες μας πολεμούμενος από τις νεορθόδοξες δοξασίες –όπως και τότε άλλωστε από τις πατριαρχικές εξουσίες– Αδαμάντιος Κοραής.

Να ρίξουν στον Καιάδα της λήθης το κοινωνικό και πολιτικό πρόταγμα – όραμα που φλόγιζε τους φορείς αυτής της επαναστατικής έκρηξης νεανικού θράσους και φαντασίας η οποία έγινε σύμφωνα με τον Hobsbawm «ο εμπνευστής του διεθνούς φιλελευθερισμού» και έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην «ανασυγκρότηση της Ευρωπαϊκής αριστεράς των ετών του 1820, ένα ρόλο ανάλογο με εκείνον που επρόκειτο να παίξει προς το τέλος των ετών του 1930 η υποστήριξη στην Ισπανική Επανάσταση»

Στον Καιάδα της λήθης λοιπόν θέλει η κυρίαρχη εξουσιαστική δομή μιας απόλυτης εξωγενούς μοναρχίας και μιας σύνθετης, ετερογενούς, άμορφης και γεμάτης εσωτερικές αντιθέσεις αλλά και κοινά συμφέροντα εσωγενούς «ιθύνουσας τάξης», όλα εκείνα που δημιουργούν τους όρους και τις προϋποθέσεις της Επανάστασης του ‘21 και των οποίων η κατανόηση της δυναμικής που περικλείουν μας αναγκάζει να στραφούμε ακόμα πιο πίσω στις απαρχές του 18ου αιώνα και την «αποφασιστική στροφή στην εξέλιξη του Ελληνικού Έθνους» που αυτός συνεπάγεται. Μια που με την κατάληψη της Πελοποννήσου το 1715, συμπληρώνεται η πολιτική ενότητα του μέγιστου τμήματος του Ελληνισμού κάτω από την Οθωμανική κυριαρχία. Ενώ ταυτόχρονα παρέρχεται η εποχή των συνεχών πολέμων στα Βαλκάνια και αρχίζει μια περίοδος ενός αιώνα σχετικής ειρήνης, ο οποίος ευνοεί τη σταθερή διείσδυση, εγκατάσταση και ανάπτυξη του Ευρωπαϊκού εμπορίου στην Ανατολή. Την ίδια περίοδο η παράλληλη μετατόπιση του βασικού εμπορικού άξονα Ασίας- Ευρώπης, από τις νότιες και νοτιοανατολικές περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προς τις βόρειες και βορειοδυτικές – Μικρά Ασία, Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη, Θεσσαλονίκη, Βαλκάνια λόγω της φθίνουσας κεντρικής εξουσίας, της αναρχίας και των εξεγέρσεων ισχυρών περιφερειακών κυβερνητών – ευνοεί ιδιαίτερα το ελληνικό στοιχείο που βρίσκεται κατά τη μεγάλη του πλειοψηφία εγκατεστημένο ακριβώς σ’ αυτές τις περιοχές.

Η ανάπτυξη του δυτικού εξωτερικού εμπορίου στο νέο αυτό άξονα προκαλεί γρήγορα και το ομόλογό της, δηλαδή την ανάπτυξη και ενός εσωτερικού εμπορίου στη Μικρά Ασία και τα Βαλκάνια. Εμπορίου που βρίσκεται σχεδόν καθ’ ολοκληρία κάτω από την ηγεμονία των Ελλήνων και εξελληνισμένων ή των αναγκαστικά ελληνόφωνων – μια που η κυρίαρχη γλώσσα αυτού του εμπορίου είναι η Ελληνική – Βλάχων, Σλάβων, Αλβανών με μερικό ανταγωνισμό από τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης στο Βαλκανικό χώρο και τους Αρμένιους στην Ανατολή.

Την ίδια εποχή και ιδιαίτερα μετά μια σειρά συνθήκες που ακολούθησαν τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή και τα προνόμια που περιείχαν για τους ορθόδοξους εμπόρους και ναυτικούς της Αυτοκρατορίας, αυξάνει θεαματικά και ο Έλληνο-Αλβανικός εμπορικός στόλος, τόσο σε όγκο, όσο και σε χωρητικότητα κι’ από την περιορισμένη στην ακτοπλοΐα λειτουργία του, των αρχών του αιώνα απλώνεται σ’ όλη τη Μεσογειακή λεκάνη. Προς το τέλος δε του 18ου αιώνα οι Έλληνες παραγκωνίζουν τους Γάλλους και συναγωνίζονται τους Εγγλέζους στο διαμετακομιστικό εμπόριο όλης της Ανατολικής Μεσογείου και στο σύνολο του ευρύτερου Βαλκανικού χώρου. Σ’ αυτή την εξέλιξη συμβάλλουν αποφασιστικά και διττά οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι και ο συνακόλουθος ηπειρωτικός αποκλεισμός που επιβάλλει η Μεγάλη Βρετανία.

Από τη μια ως προς το ναυτιλιακό κεφάλαιο, το οποίο αυξάνει θεαματικά, ειδικευόμενο στη διάσπαση του αποκλεισμού και την τροφοδοσία της Γαλλίας και των υπό Γαλλική κυριαρχία λοιπών Ευρωπαϊκών περιοχών, με το αζημίωτο βέβαια. Ειδίκευση που ακολουθεί έκτοτε το εφοπλιστικό μας κεφάλαιο μέχρι και τις μέρες μας, όχι πάντα προφανώς ιδιαίτερα καθαρή από άποψη πολιτικής ηθικής και Διεθνούς Νομιμότητας, αλλά πάντα ιδιαίτερα προσοδοφόρα από άποψη καθαρά οικονομική.

Από την άλλη με τη διατήρηση της Θεσσαλονίκης, ως του μοναδικού ελεύθερου λιμανιού της Μεσογείου, γεγονός που την μετατρέπει στην εμπορική σκάλα και αποθήκη όλης της Ηπειρωτικής Ευρώπης.

Όλα τα παραπάνω έχουν ως φυσική συνέπεια και την αύξηση της παραγωγής , τόσο της αγροτό-κτηνοτροφικής, όσο και της βιοτεχνικής, η οποία «τείνει να αποσπαστεί από την οικιακή οικονομία, δημιουργώντας βιοτεχνικές και εμπορικές συντροφίες, αληθινές μετοχικές εταιρίες, που ανάμεσα στις πρώτες στην Ευρωπαϊκή οικονομία εφαρμόζουν την αρχή της συνεργασίας του κεφαλαίου και της εργασίας για να αντιμετωπίσουν την έλλειψη μεγάλων κεφαλαίων (συντροφίες ναυσιπλοϊας των νησιών του Αιγαίου) και δημιουργούν συνεργατικές μορφές, όπως εμφανίζονται στις συντροφίες των Μαδεμοχωρίων και των Αμπελακίων που προκάλεσαν τον θαυμασμό των συγχρόνων».

Άμεσες συνέπειες της ραγδαίας αυτής οικονομικής ανόδου, είναι η τελειοποίηση και εν πολλοίς παγίωση της πολιτικής δομής του κατακτημένου ελληνισμού μέσα από την οργάνωση ενός ανεπτυγμένου βαθμού αυτοδιοίκησης και ο σχηματισμός μιας κάποιας αστικής τάξης εμπορομεσιτικών κυρίως λειτουργιών, οργανικά συνδεδεμένης από την γένεση της με τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, η οποία αρχίζει να μετέχει άμεσα στη διοίκηση του Έθνους. Μαζί με τις άλλες ηγετικές ομάδες του υπόδουλου ελληνισμού: ανώτερο κλήρο, Φαναριώτες, προκρίτους, στρατιωτικούς αρχηγούς αρματολικών και κλέφτικων σωμάτων, οι επικεφαλής των συντεχνιών, οι πλούσιοι έμποροι, οι καραβοκυραίοι και οι τραπεζίτες συγκροτούν από τα τέλη του 18ου και για όλο το 19ο αιώνα την «ιθύνουσα τάξη» του Έθνους. «Είναι η τάξη που αργότερα θα της δώσει ο Ελληνικός λαός το όνομα τζάκια» .

Στα κέντρα των λειτουργιών αυτής της νέας υπο διαμόρφωση τάξης, όπως είναι φυσικό θα αναπτυχθεί παράλληλα με την οικονομική άνοδο και η πολιτιστική «αναγέννηση» που θα φέρει, όχι χωρίς προσκόμματα και αντιδράσεις ,σε επαφή τον ευρύτερο νεοελληνικό κοινωνικό σχηματισμό με τις επιστημονικές, πολιτισμικές και πολιτικές διεργασίες που συντελούνταν την ίδια ώρα στη Δυτική Ευρώπη.

Τα προβλήματα αυτής της ευρύτερης πολιτισμικής «αναγέννησης» αναμιγνύονται απ’ αρχής και με τον πόθο – αίτημα της εθνικής ανεξάρτητης υπόστασης. Το αντιστασιακό πνεύμα αυτού του κυριαρχούμενου λαού που σύμφωνα με τον Νίκο Σβορώνο, ποτέ δεν έσβησε μέσα στις πολυεθνικές αυτοκρατορίες που ζούσε, λειτουργεί καταλυτικά στο σύνολο των Βαλκανικών λαών. « Η εθνική ιδέα αποδεσμεύεται από την αυτοκρατορική βυζαντινή ιδέα, στη συνέχεια τον 18ο αιώνα από την ιδέα της Ορθοδοξίας για να φτάσει στη συνέχεια γύρω στα τέλη του αιώνα, σε πλήρη ωριμότητα και καθαρότητα». Ο Ελληνισμός όχι μόνο διαφύλαξε την ιδιαίτερη ύπαρξη του αλλά κατόρθωσε -και εδώ βρίσκεται σύμφωνα πάντα με τον Σβορώνο και το ιστορικό νόημα της περιόδου- να ξανασυγκεντρώσει τα συστατικά του στοιχεία τα διασκορπισμένα μέσα στο χώρο και τον χρόνο, ν’ αφομοιώσει την πολιτική εισφορά της Δύσης, να αρχίσει μια δυναμική πορεία ενσωμάτωσης Σλαβικών, Βλάχικων, Αλβανικών στοιχείων, συνεισφέροντας ταυτόχρονα και στην ανάπτυξη της δικής τους εθνικής συνείδησης.

Το γεγονός δεν είναι διόλου αντιφατικό αν αναλογιστούμε ότι η ανάπτυξη της Ελληνικής Εθνικής Ιδέας συμβαδίζει παράλληλα με την δημιουργία μιας διαβαλκανικής απελευθερωτικής συνείδησης, «Χωρίς να προσκρούει σοβαρά στον εκκολαπτόμενο εθνικισμό του καθενός από τους βαλκανικούς λαούς ως τον ΙΘ αιώνα. Όλα τα εθνικά κινήματα των Βαλκανίων ως την Ελληνική Επανάσταση δείχνουν αξιοσημείωτη αλληλεγγύη. Έλληνες, Σέρβοι, Βούλγαροι, Αλβανοί, Ρουμάνοι μετέχουν αμοιβαία σ’ αυτά»

Θα πρόσθετα μάλιστα ότι αυτή η διαβαλκανική συνείδηση δεν έσβησε τελείως μέχρι και τις μέρες μας, αποδεικνύοντας την αντοχή της μέσα στο χρόνο και στο χώρο, παρ’ όλες τις εθνικιστικές εξάρσεις και τις ιστορικές σιωπήσεις και επιλεκτικές χρήσεις του ιστορικού γεγονότος που κυριάρχησαν ανάμεσα στους βαλκανικούς κρατικούς σχηματισμούς από τα τελευταία τριάντα χρόνια του 19ου αιώνα. Πρόκειται για μια διάχυτη ιστορική αίσθηση κοινότητας που πρώτο-αποτυπώνεται ανάγλυφα ήδη σ’ εκείνη την Χάρτα του επαναστατικού ελευθεριακού οράματος που συνέταξε ο Ρήγας Βελεστινλής και την οποία ζητά τόσο έντονα να κατασχεθεί και να καταστραφεί ο Γρηγόριος ο Ε΄ διότι «πλήρης υπάρχει σαθρότης εκ των δολερών εννοιών» που μπορεί «να προξενείτε δια αυτής βλάβη ψυχική και σωματική».

Την ίδια ώρα που ο … Οθωμανός ιστορικός της περιόδου Αχμέτ Ρασίμ έγραφε: «Η αδέκαστη ιστορία, σέβεται και τιμά αυτόν τον πατριώτη και τον αναγράφει στις σελίδες της, για να χρησιμεύσει ως λαμπρό παράδειγμα προς μίμηση στα παιδιά των Οθωμανών»,

Όχι προφανώς βέβαια για την έννοια της «σιγουρότητος» που ξεκομμένη απ’ όλα τα φλογερά της συμφραζόμενα, χρησιμοποιείται άχρονα δηλαδή ανιστόρητα ως νομιμοποιητικό άλλοθι στην εισηγητική έκθεση του νέου «ιδιώνυμου» νόμου…  περί οργανωμένου εγκλήματος και τρομοκρατίας» που προωθείται τούτες τις μέρες στη Βουλή.

Άλλωστε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο εμφανίζονται εδώ και 180 τόσα χρόνια, μια σειρά γεγονότα και κείμενα που δεν μπορούν να αποκρύβουνε τελείως, έτσι αποσπασματικά και ξεκομμένα από τα συμφραζόμενα τους, για να υπηρετήσουν τις σκοπιμότητες κάθε συγκυριακής εξουσιαστικής επιλογής.

Όπως π.χ. απ’ όλη τη προκήρυξη έναρξης του επαναστατικού αγώνα – και εννοώ προφανώς εκείνη του Αλέξανδρου Υψηλάντη στις 24 Φεβρουαρίου 1821 από το Ιάσιο – το μόνο που στερεοτυπικά απομένει στη μνήμη μας για ευνόητους λόγους είναι ο τίτλος της, δηλαδή η φράση που κοσμεί και το οικογενειακό οικόσημο του πρίγκιπα «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος», άντε ίσως και η απαρχή της «Η ώρα ήλθεν ω ΆνδρεςΈλληνες !»

Καμιά νύξη στο περιεχόμενό της, για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που πολεμούν οι λαοί της Ευρώπης και «μας προκαλούν εις μίμησιν».

Καμιά νύξη στις αναφορές της στην αντίστοιχη Ισπανική Επανάσταση της εποχής, ή στο βαθιά δημοκρατικό νόημα του αγώνα όταν ρητά αναφέρει ότι: «Το έθνος συναθροιζόμενον, θέλει εκλέξει τους Δημογέροντάς του και εις την υψίστην ταύτην Βουλήν, θέλουσιν υπείκει όλαι μας αι πράξεις»

Τίποτε ακόμη περισσότερο για τη διαπίστωση που εμπεριέχει ότι: «… παρήλθεν ο καιρός καθ’ ον η φωνή του όχλου ολίγον εισηκούετο εις τας ακοάς των κρατούντων».

Συνειδητή προσπάθεια αντίθετα αποκάθαρσης του απελευθερωτικού αγώνα από κάθε κοινωνικό περιεχόμενο, από κάθε ανθρώπινη αντίθεση και αντίφαση, από συμφέροντα, μικρουπολογισμούς, τοπικισμούς, διχόνοιες και έριδες κι’ ας κινδύνευσε μέχρι εκπνοής από εσωτερικούς εμφύλιους αυτός ο αγώνας.

Και αυτά χωρίς καμιά προσπάθεια διοικητικής επιβολής λογοκρισίας, όπως εκείνη που από τον πρώτο επαναστατικό χρόνο ανάγκασε τον αρχιμανδρίτη Θεόκλητο Φαρμακίδη –άλλον εξωβελιστέο και αιώνια υπόλογο της εκκλησιαστικής εξουσίας– αρθρογράφο της μοναδικής εφημερίδας της εποχής της «Σάλπιγκος της Ελληνικής» να αποχωρήσει από την έκδοση ακριβώς επειδή «δεν ενέδωσεν εις το δεσποτικόν μέτρον της προεξετάσεως» τωνκειμένων του.

Απλά και μόνο με την συνειδητή αγνόησή τους, την υποκατάστασή τους από ηθικοπλαστικά στερεότυπα και ευκολόπευτα εξιδανικεύτηκα μυθεύματα και λαϊκιστικές απλοποιήσεις, συμβολικές τελετουργικές πράξεις, ηχηρές σιωπές ακόμη και… καλλιτεχνικές φωτογραφικές σχεδόν απεικονίσεις ανύπαρκτων «ιστορικών» συμβάντων. Όπως του ρομαντικού μύθου του Πουκεβίλ που ήθελε τον Παλαιών Πατρών Γερμανό να μετατρέπει το πανί της Ιεράς Πύλης της εκκλησίας των Καλαβρύτων σε επαναστατικό λάβαρο όπου γονατιστά ορκίζονται τα παλικάρια την ημέρα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου για την έναρξη του αγώνα στον πίνακα του Γιώργου Βρυσάκη ή εκείνον του Γκύζη – αισθητικά πολύ καλύτερο αλλά το ίδιο ανιστόρητο-με τον καλόγερο να διδάσκει στο μισοσκόταδο τα ελληνόπουλα στο κρυφό σχολείο.

Συνειδητή λοιπόν προσπάθεια από την αρχή, αποκάθαρσης του απελευθερωτικού αγώνα από κάθε κοινωνικό περιεχόμενο, ή ιδεολογικής αναγωγής του στα κηρύγματα – προτάγματα της Γαλλικής Επανάστασης, που εγκαίρως ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ είχε δώσει το αληθές της στίγμα όταν έγραφε τον καιρό της έκρηξής της στην περίφημη Πατρική του Διδασκαλία: «Ο πονηρός και αρχέκακος όφις, αφού δολίως επλάνεσε την ανθρωπότητα, επινοήσας το γένος των Γάλλων, δεκτικότερον της πονηρίας, έχυσε δαψιλώς εις τας ψυχάς αυτών τον ιόν της αποστασίας. Βασιλοκτονία, αθεΐα, αναρχία, με το δέλεαρ της Ελευθερίας και της Ισότητος, καταπάτησις θεσμών, αθέτις φιλίας… (ανέδειξαν τους Γάλλους) ολετήρας της ανθρωπότητος, αντάρτας του Θεού και λυμεώνας της ευταξίας και ειρήνης»

Και προφανώς αυτά έχοντας υπ’ όψιν του και ο τωρινός Αρχιεπίσκοπος των Ορθοδόξων Ελλήνων, μιλά για την ανάγκη να απαλλαγούν οι Γάλλοι από τις συνέπειες της επανάστασής τους. Διότι όπως διακήρυσσε στην ίδια Πατρική του Διδασκαλία ο Γρηγόριος « Ο Θεός ύψωσεν την βασιλείαν των Οθωμανών περισσότερον από κάθε άλλην, δια να αποδείξει αναμφιβόλως ότι θείω εγένετο βουλήματι … ( Ο διάβολος ) εμεθοδεύθη εις τον τρέχοντα αιώναν μιαν άλλην πονηρίαν και απάτην ξεχωριστήν, το νυν θρυλούμενον σύστημα της ελευθερίας … δέλεαρ του διαβόλου και φαρμάκι ολέθριον δια να κατακρημνήσιν τους λαούς εις την απώλειαν και ακαταστασίαν…» Καλώντας τους συμπατριώτες του «Αδελφοί μην πλανηθήτε…κλείσατε τα αυτιά σας και μη δώσετε καμίαν ακρόασιν εις ταύτας τας νεοφανείς ελπίδας της ελευθερίας… φυλάξατε στερεάν την πίστην… και απαρασάλευτον την υποταγήν εις την πολιτικήν διοίκησιν…»

Χάρη βέβαια σε αυτές τις … νεοφανείς ιδέες του διαβόλου έγινε ο ξεσηκωμός. Ο λόγος του γερο- Κολοκοτρώνη είναι θαρρώ πάνω σ’ αυτό το θέμα καταλυτικός: «Η Γαλλική Επανάστασις και ο Ναπολέων έκαμε, κατά την γνώμη μου να ανοίξουν τα μάτια του κόσμου. Πρωτύτερα τα έθνη δεν εγνωρίζοντο, τους βασιλείς τους ενόμιζον ως θεούς της γης και ότι και αν έκαμναν το έλεγαν καλά καμωμένο. Δι’ αυτό και είναι δυσκολότερον να διοικήσεις τώρα λαόν… Η κοινωνία του ανθρώπου ήταν μικρή, δεν είναι παρά η επανάστασις μας, όπου εσχέτισε όλους τους Έλληνας. Ευρίσκοντο άνθρωποι που δεν εγνώριζον άλλο χωριό μακριά μιαν ώρα από το εδικό τους».

Μέσα απ’ αυτές τις διεργασίες και αυτές τις ιδέες και προφανώς τους ιδιαίτερους τρόπους πρόσληψης και κατανόησης τους στις ειδικότερες συνθήκες του δικού μας κοινωνικού σχηματισμού προχώρησε τούτη η επαναστατική πράξη –μέσα από τραυματικά γεγονότα και αντιφάσεις, όπως κάθε ιστορικό γεγονός– στη συντηρητική της απόληξη ενός ανολοκλήρωτου σε όλους τους τομείς – στόχους που είχε θέσει, αυταρχικού μοναρχικού κρατικού οικοδομήματος.

Ενός κρατικού μορφώματος ανολοκλήρωτου:

  • Εθνικά: οι περισσότεροι Έλληνες παρέμειναν εκτός των ορίων του νέου κράτους και θα χρειαστεί ένας ολόκληρος σχεδόν αιώνας αγώνων και αγωνιών μεγαλοϊδεατισμού και μια τεράστια καταστροφή, η Μικρασιατική, για να ταυτισθούν στο μέγιστο βαθμό για πρώτη φορά, τα όρια του νεοελληνικού κοινωνικού σχηματισμού με τον κρατικό
  • Οικονομικά: και πάλι θα χρειαστεί ένας αιώνας και οι συνέπειες που δημιούργησε η ίδια καταστροφή, για να συγκεντρωθεί το μεγαλύτερο μέρος των οικονομικών λειτουργιών του κοινωνικού σχηματισμού εντός του κράτους. Ας μην λησμονούμε ότι όλο αυτό το διάστημα τα μεγάλα οικονομικά κέντρα του ελληνισμού παρέμεναν εκτός των κρατικών ορίων, ότι η Κωνσταντινούπολη όλο τον 19ο αιώνα παρέμενε η οικονομική μας πρωτεύουσα.
  • Κοινωνικά: και πάλι το ίδιο, το βασικότερο κοινωνικό πρόβλημα το αγροτικό, θα χρειαστεί επίσης να διαβεί ένας αιώνας για να βρει τη λύση του τουλάχιστον σε επίπεδο ολοκλήρωσης της σταδιακής διανομής των λεγόμενων εθνικών γαιών, των τσιφλικιών και μεγάλου μέρους της εκκλησιαστικής και μοναστηριακής γαιοκτησίας, στους άκληρους αγρότες.
  • Πολιτικά τέλος: θα χρειαστούν και εδώ αγώνες επί αγώνων, πισωγυρίσματα, εμπόλεμες εμπλοκές, δυο τραυματικοί εμφύλιοι πόλεμοι, σειρά δικτατορικών εκτροπών και μοναρχικών παρεκτροπών, για να σταθεροποιηθεί και να παγιωθεί την τελευταία μόλις 25ετία του 20ου αιώνα, ένα σταθερό πολιτικό δημοκρατικό πλαίσιο.

Το τι όλες αυτές οι αργόσυρτες, τραυματικές, σισύφειες ώρες – ώρες, διαδικασίες ολοκλήρωσης σημαίνουν, πως προσλαμβάνονται και πως λειτουργούν στο συνολικό υποσυνείδητο, μέχρι τις μέρες μας από το κοινωνικό σώμα των πολιτών – παραγωγών, τι νοοτροπίες δημιουργούν, είναι προφανώς μια ενδιαφέρουσα αλλά άλλη ιστορία που υπερβαίνει αυτόν τον πανηγυρικό.

Όσο κι’ αν η προσπάθεια ανάλυσης της στο τραυματικό πολιτισμικό κυρίως παρών, διατρέχει το πνεύμα του ομιλητή και την προσπάθεια που επιχείρησε, να καταστήσει τη μνήμη του χθες χρόνου, ενεργή και όχι εγκυκλοπαιδικά ουδέτερη.

Μια που ούτε η ιστορία, ούτε η μνήμη, δεν είναι δεν μπορεί να είναι ουδέτερες δεξαμενές άντλησης ξερών πληροφοριών, ευαισθησιών και απόψεων, αλλά πάντα ζωντανές και συνεχώς μεταβαλλόμενες οντότητες.

Μόνο άλλωστε έτσι επιτέλους, επιτελούν το ρόλο τους ενάντια στην αέναη εξουσιαστική προσπάθεια της λήθης και στις ανιστόρητες σκοπιμότητες που παντού και πάντα αυτή επιχειρεί να επιβάλλει.

Όσο πιο καλύτερα αυτό επιτυγχάνεται, τόσο η επικοινωνία καθίσταται πραγματικός τρόπος ύπαρξης, τα ιστορικά γεγονότα δεν μυθοποιούνται, και προσεγγίζονται στις ανθρώπινες τους διαστάσεις ήρεμα και απλά.

Έχω πλήρη επίγνωση ότι η κατάκτηση μιας τέτοιου είδους ενεργούς σχέσης με την ιστορική μνήμη απαιτεί αγώνα συλλογικό μα και προσωπικό.

Και δεν ξεχνώ πως από τη λέξη αγώνας βγαίνει και η λέξη αγωνία.

Απ’ αγωνία λοιπόν – για το αύριο που προβάλλει ως κάτι στατικό και αμετάβλητο, λες και αύριο δεν θα υπάρξει – και αυτές οι γραμμές .

* Μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ και  της Τοπικής Οργάνωσης Λυκόβρυσης – Πεύκης

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Στέλιος Ελληνιάδης

ΑΠΟΨΕΙΣ & ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο

του Βένιου τα καμώματα

Καιρός ήταν να μπούμε στην ψηφιακή εποχή. Μιας που έτσι κι αλλιώς γράφω, όσοι ενδιαφέρονται μπορούν να διαβάσουν εδώ είτε δικά μου κείμενα είτε κείμενα που τράβηξαν την προσοχή μου. Καλως ήρθατε!

ΣΥΡΙΖΑ/EKM Χολαργού - Παπάγου

Μονόδρομοι υπάρχουν μόνο όταν ο καθένας πορεύεται μόνος του

AΡΧΕΙΟ ΕΝΘΕΜΑΤΩΝ 2010- 8.5.2016

Επιμέλεια: Στρατής Μπουρνάζος - Συντακτική ομάδα: Μάνος Αυγερίδης, Μαρία Καλαντζοπούλου, Ιωάννα Μεϊτάνη, Στρατής Μπουρνάζος

The WordPress.com Blog

The latest news on WordPress.com and the WordPress community.

Αρέσει σε %d bloggers: